Επιστήμη

Γιατί Ορθόδοξοι και Καθολικοί θα περιμένουν έως το 2025 για να γιορτάσουν ξανά κοινό Πάσχα

πάσχα κόσμος

Το 2017 το Πάσχα των Ορθοδόξων και των Καθολικών συνέπεσαν, κάτι που θα ξανασυμβεί μετά από οκτώ χρόνια, το 2025. Φέτος Καθολικοί και Ορθόδοξοι θα γιορτάσουν με διαφορά μιας εβδομάδας, οι πρώτοι την 1η Απριλίου και οι δεύτεροι στις 8 Απριλίου.
Το 2019 και το 2020 θα υπάρχει πάλι διαφορά μιας εβδομάδας στο Πάσχα, αλλά το 2021 η «ψαλίδα» θα ανοίξει σχεδόν στον ένα μήνα. Μετά το επόμενο κοινό Πάσχα στις 20 Απριλίου του 2025, κοινός θα είναι ο εορτασμός ξανά τα έτη 2028, 2031, 2034, 2037, 2038, 2041 κ.α.
Στον 21ο αιώνα τα όρια εορτασμού του Ορθόδοξου Πάσχα είναι από τις 4 Απριλίου το νωρίτερο έως τις 8 Μαϊου το αργότερο, ενώ τα όρια του Καθολικού Πάσχα από τις 22 Μαρτίου το νωρίτερο έως τις 25 Απριλίου το αργότερο. Αυτό σημαίνει ότι οι Καθολικοί δεν θα έχουν ποτέ Πάσχα τον Μάιο και οι Ορθόδοξοι ποτέ Πάσχα τον Μάρτιο.
Συνολικά, στα 100 χρόνια του 21ου αιώνα το Πάσχα θα είναι κοινό τα 31 έτη, αλλά κάθε επόμενο αιώνα αυτό θα συμβαίνει όλο και σπανιότερα. Μάλιστα, το τελευταίο κοινό Πάσχα υπολογίζεται ότι θα συμβεί το έτος 2698. Από εκεί και πέρα, Ορθόδοξοι και Καθολικοί δεν θα γιορτάσουν ξανά από κοινού την ανάσταση του Χριστού.
Γιατί όμως κάποια στιγμή στο απώτερο μέλλον θα πάψει να υπάρχει κοινό Πάσχα; Και γιατί σήμερα υπάρχει αυτή η απόκλιση ανάμεσα στο Ορθόδοξο και στο Καθολικό Πάσχα, η οποία μάλιστα δεν είναι σταθερή, αλλά εμφανίζει μεγάλες διακυμάνσεις, ακόμη και από χρονιά σε χρονιά; Γιατί η ημερομηνία του Πάσχα μετακινείται και πώς αυτό σχετίζεται με την αστρονομία;
 
Εν αρχή ήσαν οι Εβραίοι
 
Η ιστορία αρχίζει με τους Εβραίους, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν ένα ημερολόγιο που βασιζόταν στον κύκλο της Σελήνης. Το Πάσχα -από την εβραϊκή λέξη «πεσάχ» που σημαίνει «διέλευση» (της Ερυθράς Θάλασσας)- γιορταζόταν την 14η του μήνα Νισάν, ημέρα της πρώτης πανσελήνου της άνοιξης ή αμέσως μετά από την εαρινή ισημερία.
Στη συνέχεια, η εαρινή ισημερία συνδέθηκε με τον εορτασμό του Χριστιανικού Πάσχα και την Ανάσταση του Χριστού. Αυτό συνέβη, επειδή ο Χριστός αναστήθηκε την πρώτη μέρα μετά το Εβραϊκό Πάσχα.
Οι διάφορες τοπικές χριστιανικές εκκλησίες δεν γιόρταζαν το Πάσχα την ίδια ημερομηνία. Οι ιουδαΐζουσες εκκλησίες το γιόρταζαν την 15η μέρα του εβραϊκού μήνα Νισάν (όποια ημέρα της εβδομάδας έπεφτε), ενώ οι εθνικές εκκλησίες την πρώτη Κυριακή (ως αναστάσιμη μέρα) μετά την πρώτη εαρινή πανσέληνο.
Για να λυθούν αυτές οι διαφωνίες, η Α' Οικουμενική Σύνοδος το 325 μΧ αποφάσισε ότι το Πάσχα θα γιορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της άνοιξης. Αν η πανσέληνος αυτή συμβεί Κυριακή, τότε θα γιορτάζεται την αμέσως επόμενη Κυριακή. Έτσι, το χριστιανικό Πάσχα δεν θα συνέπιπτε ποτέ με το εβραϊκό, ενώ παράλληλα ο εορτασμός του χριστιανικού Πάσχα συνδέθηκε σαφώς με ένα αστρονομικό φαινόμενο, την εαρινή ισημερία και την πρώτη πανσέληνο της άνοιξης.
Για να υπολογιστεί η ημερομηνία του Πάσχα, έπρεπε να βρεθεί η ημερομηνία της πρώτης εαρινής πανσελήνου και ακολούθως η πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο. Η Α' Οικουμενική Σύνοδος ανέθεσε στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας να ενημερώνει κάθε χρόνο τις άλλες εκκλησίες για την ημέρα του Πάσχα, αφού προηγουμένως είχε υπολογιστεί η ημερομηνία της πρώτης εαρινής πανσελήνου, με τη βοήθεια των αστρονόμων της Αλεξάνδρειας.
Το ημερολόγιο που ήταν σε ισχύ την εποχή της Α' Οικουμενικής Συνόδου, ήταν το Ιουλιανό που είχε θεσπίσει ο Ιούλιος Καίσαρας το 45 πΧ, με τη βοήθεια του αλεξανδρινού αστρονόμου Σωσιγένη. Ο τελευταίος, έχοντας βασισθεί στους υπολογισμούς του Ιππάρχου (ο οποίος πριν ένα αιώνα είχε υπολογίσει με εντυπωσιακή ακρίβεια ότι το ηλιακό έτος έχει διάρκεια 365,242 ημερών), θέσπισε ένα ημερολόγιο, του οποίου τα έτη είχαν 365 ημέρες, ενώ σε κάθε τέταρτο έτος (το «δίσεκτο») πρόσθετε άλλη μία μέρα.
Όμως, το Ιουλιανό Ημερολόγιο είχε ένα μικρό σφάλμα, επειδή η διάρκεια του ηλιακού έτους στην πραγματικότητα είναι 365,242199 ημέρες. Ανά τέσσερα χρόνια το μικρό αυτό σφάλμα φθάνει τα 45 λεπτά, ενώ κάθε 129 χρόνια την μία ημέρα, με συνέπεια να μετακινείται όλο και νωρίτερα η εαρινή ισημερία. Έτσι, ενώ η εαρινή ισημερία την εποχή του Χριστού συνέβη στις 23 Μαρτίου, το 1582 μΧ είχε φτάσει να συμβαίνει στις 11 Μαρτίου.
Τότε ο πάπας Γρηγόριος ΙΓ' ανέθεσε στους αστρονόμους Χριστόφορο Κλάβιους και Λουίτζι Λίλιο να κάνουν μία ημερολογιακή μεταρρύθμιση. Η 5η Οκτωβρίου 1582 μετονομάστηκε σε 15η Οκτωβρίου, ώστε να διορθωθεί το λάθος που είχε συσσωρευτεί τους προηγούμενους 11 αιώνες και η εαρινή ισημερία να επιστρέψει στην 21η Μαρτίου, όπως είχε συμβεί κατά την Α' Οικουμενική Σύνοδο.
Το Νέο ή Γρηγοριανό Ημερολόγιο υιοθετήθηκε από τα καθολικά κράτη της Ευρώπης μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια, ενώ από τα προτεσταντικά πολύ αργότερα. Λόγω ακόμη πιο έντονης αντίδρασης της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο Γρηγοριανό Ημερολόγιο, το Ιουλιανό Ημερολόγιο περέμεινε σε ισχύ σε όλα τα Ορθόδοξα κράτη έως τον 20ό αιώνα.
 
Ελλάδα
 
Στην Ελλάδα το Ιουλιανό Ημερολόγιο αντικαταστάθηκε από το Γρηγοριανό στις 16 Φεβρουαρίου 1923, που μετονομάστηκε σε 1η Μαρτίου. Αφαιρέθηκαν δηλαδή 13 ημέρες από το 1923, επειδή στις δέκα ημέρες λάθους του Γρηγοριανού και του Ιουλιανού μεταξύ 325 μΧ και 1582 είχαν προστεθεί άλλες τρεις μέρες στη διάρκεια των τρεισήμισι αιώνων μετά την εισαγωγή του Γρηγοριανού Ημερολογίου στη Δύση.
Το 1924 η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία αποδέχτηκε το εκκλησιαστικό ημερολόγιο να ταυτιστεί με το πολιτικό και να ισχύσει για τις ακίνητες εορτές, αλλά όχι για το Πασχάλιο Ημερολόγιο και για τις κινητές εορτές, που εξακολουθούν να υπολογίζονται με βάση το Ιουλιανό ή Παλαιό Ημερολόγιο.
Όμως η διαφορά του εορτασμού του Πάσχα ανάμεσα σε Ορθόδοξους και Καθολικούς δεν βασίζεται μόνο στο λάθος του Ιουλιανού Ημερολογίου, αλλά και στο σφάλμα του λεγόμενου «Μετωνικού Κύκλου» του 5ου αιώνα πΧ, τον οποίο χρησιμοποιούσαν οι χριστιανοί αλεξανδρινοί αστρονόμοι και με βάση τον οποίο η Ορθόδοξη Εκκλησία εξακολουθεί να υπολογίζει τις ημερομηνίες των μελλοντικών εαρινών πανσελήνων.
Στις 13 ημέρες της λανθασμένης Ιουλιανής εαρινής ισημερίας, πρέπει να προστεθεί και το λάθος του 19ετούς Μετωνικού κύκλου, το οποίο ανέρχεται, από το 325 μΧ έως σήμερα, σε τέσσερις έως πέντε ημέρες, με συνέπεια η Μετώνεια (ή Ιουλιανή) πανσέληνος να υπολογίζεται τέσσερις έως πέντες μέρες αργότερα από την πραγματική.
Η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία εξακολουθεί να χρησιμοποιεί το παλαιό Ιουλιανό Ημερολόγιο και τον κύκλο του Μέτωνος για τον προσδιορισμό της ημερομηνίας του Πάσχα. Έτσι, συχνά το ορθόδοξο Πάσχα εορτάζεται όχι την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο, αλλά την επόμενη ή μετά τη δεύτερη εαρινή πανσέληνο, αντί της πρώτης Κυριακής μετά την πρώτη εαρινή πανσέληνο, όπως είχε ορίσει η Σύνοδος της Νίκαιας.
 
Πότε υπάρχει Κοινό Πάσχα και έως πότε
 

Οι Καθολικοί γιορτάζουν το Πάσχα σύμφωνα με τον κανόνα της Α' Οικουμενικής Συνόδου, αλλά η εαρινή ισημερία και η εαρινή πανσέληνος υπολογίζονται σύμφωνα με το νέο Γρηγοριανό Ημερολόγιο, έχοντας λάβει υπόψη και το Μετώνειο σφάλμα. Έτσι η Γρηγοριανή-Καθολική πανσέληνος είναι πολύ πιο κοντά στην αστρονομική (συχνά συμπίπτει ή απέχει μόνο μια μέρα) από ό,τι η Ιουλιανή-Ορθόδοξη.
Από κοινού εορτάζεται το Πάσχα για Ορθόδοξους και Καθολικούς, όταν τόσο η Γρηγοριανή, όσο και η Ιουλιανή-Μετώνεια πασχαλινή πανσέληνος πέσουν από την Κυριακή μέχρι το Σάββατο της ίδιας εβδομάδας (αρκεί να είναι μετά τις 3 Απριλίου και οι δύο πανσέληνοι), οπότε την αμέσως επόμενη Κυριακή είναι το κοινό Πάσχα.
Όμως μετά το 2700 -λόγω συσσώρευσης του Μετώνειου σφάλματος- δεν θα μπορούν να συμπέσουν ποτέ την ίδια εβδομάδα η Ιουλιανή και η Γρηγοριανή πανσέληνος, οπότε δεν θα υπάρξει ξανά κοινό Πάσχα.
 

Επιστήμη

Δεν φαίνεται βιολογικά εφικτό να μπει πραγματικό «στοπ» στη διαδικασία της γήρανσης

Αιώνια νεότητα: Αυτές οι δύο ουσίες εμποδίζουν τη γήρανση.jpg

Οι άνθρωποι δεν μπορούν να επιβραδύνουν σημαντικά τον ρυθμό που γερνάνε και πεθαίνουν, επειδή φαίνεται να υπάρχουν ανυπέρβλητοι βιολογικοί περιορισμοί για κάτι τέτοιο, σύμφωνα με μια νέα διεθνή επιστημονική μελέτη. Με άλλα λόγια, η αιώνια νεότητα και η αθανασία μάλλον θα παραμείνουν αυτό που ήσαν πάντα: μύθοι. Οι άνθρωποι πιθανότατα δεν πρόκειται ποτέ -παρ' όλη την επιστημονική πρόοδο- να γίνουν αθάνατοι ή, έστω, μαθουσάλες.

Το μέγιστο προσδόκιμο της ανθρώπινης ζωής έχει αυξηθεί από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα με μέσο ετήσιο ρυθμό περίπου τριών μηνών. Αυτή η διαπίστωση έχει οδηγήσει ορισμένους να αισιοδοξούν ότι διαφαίνεται για την ανθρωπότητα η προοπτική να νικήσει τα γηρατειά -ή και το θάνατο- σε βάθος χρόνου.

Εδώ και χρόνια αρκετοί επιστήμονες σε όλο τον κόσμο -με την υποστήριξη κυβερνήσεων, επιχειρήσεων και επενδυτών- κυνηγούν το όνειρο της επιβράδυνσης ή και της αναστροφής της διαδικασίας της γήρανσης, με τη βοήθεια της γενετικής, της τεχνητής νοημοσύνης και άλλων μεθόδων. Σήμερα η σχετική «βιομηχανία» δαπανά γύρω στα 110 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, ποσό που αναμένεται να εκτιναχθεί στα 610 δισ. δολάρια έως το 2025.

Όμως μια νέα διεθνής μελέτη έρχεται να επισημάνει ότι πιθανότατα το όνειρο δεν θα γίνει πραγματικότητα. Οι ερευνητές από 14 χώρες, με επικεφαλής τη δρα Σούζαν 'Αλμπερτς του Πανεπιστημίου Ντιουκ της Β.Καρολίνα, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό "Nature Communications", σύμφωνα με τη βρετανική «Γκάρντιαν», εξέτασαν τη λεγόμενη «υπόθεση του σταθερού ρυθμού γήρανσης», σύμφωνα με την οποία ένα είδος γερνάει με ένα σχετικά αμετάβλητο ρυθμό.

Οι επιστήμονες συνέκριναν στοιχεία γεννήσεων και θανάτων από τους ανθρώπους και άλλα πρωτεύοντα, βρίσκοντας ότι υπάρχει ένα γενικό πρότυπο γήρανσης και θνητότητας, κοινό σε όλα τα είδη. «Τα ευρήματα μας υποστηρίζουν τη θεωρία ότι, αντί να επιβραδύνεται ο θάνατος, σήμερα περισσότεροι άνθρωποι ζουν περισσότερο χάρη σε μια μείωση των θανάτων στις νεότερες ηλικίες», δήλωσε ο Χοσέ Μανουέλ Αμπούρτο του Κέντρου Δημογραφικής Επιστήμης Leverhulme του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

«Αυτό σημαίνει», πρόσθεσε, «ότι υπάρχουν βιολογικοί μάλλον, παρά περιβαλλοντικοί, παράγοντες που τελικά ελέγχουν την μακροζωία. Αν επιβεβαιωθούν οι στατιστικές, οι άνθρωποι ζουν περισσότερο, όσο η υγεία και οι συνθήκες ζωής τους βελτιώνονται, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η μακροζωία σε ένα ολόκληρο πληθυσμό. Παρόλα αυτά, είναι ξεκάθαρα ορατή σε όλα τα είδη μια απότομη αύξηση των θανάτων, όσο τα χρόνια περνάνε και έρχεται η γήρανση».

Η συνεχιζόμενη επιστημονική διαμάχη για το πόσα χρόνια τελικά μπορούν να ζήσουν οι άνθρωποι -με τη βοήθεια της επιστήμης και τεχνολογίας- έχει διχάσει την επιστημονική κοινότητα εδώ και δεκαετίες. Η νέα μελέτη ανέλυσε στοιχεία θνητότητας σε μεγάλο εύρος ειδών, τόσο στο εσωτερικό καθενός είδους, όσο και συγκρίνοντας μεταξύ τους. Η εικόνα που προκύπτει, είναι λίγο-πολύ ίδια: ένας υψηλός κίνδυνος θανάτου στο αρχικό βρεφικό στάδιο της ζωής, ο οποίος μειώνεται γρήγορα στα χρόνια της παιδικής ηλικίας και της εφηβείας, παραμένει σταθερά σε χαμηλά επίπεδα στην αρχική φάση της ενηλικίωσης και μετά συνεχώς αυξάνει, όσο το άτομο ενός είδους γερνάει.

«Τα ευρήματα μας επιβεβαιώνουν ότι, στους ιστορικούς πληθυσμούς, το προσδόκιμο ζωής ήταν χαμηλό, επειδή οι άνθρωποι πέθαιναν νέοι. Όμως όσο συνεχίζονταν οι ιατρικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές βελτιώσεις, το προσδόκιμο ζωής αύξανε. Ολοένα περισσότεροι άνθρωποι ζουν πολύ περισσότερο σήμερα. Όμως η πορεία προς το θάνατο σε μεγάλη ηλικία δεν έχει αλλάξει. Η μελέτη μας δείχνει ότι η εξελικτική βιολογία καθορίζει τελικά τα πάντα και, μέχρι στιγμής, οι ιατρικές εξελίξεις είναι ανίκανες να νικήσουν αυτούς τους βιολογικούς περιορισμούς», τόνισε ο Αμπούρτο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έρευνα: Οι καύσωνες αυξάνουν την επιθετικότητα των ασθενών στα ψυχιατρεία

Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο τρόφιμο για την καρδιά

Γονιμότητα: Οκτώ βήματα για να μείνετε έγκυος