Απόψεις

Ιερά … κίνητρα και αντικίνητρα. Του Αργύρη Αργυριάδη

κρίση

Η περιώνυμη κρίση – αν δεν έχουμε δραματικές αλλαγές στο διεθνές περιβάλλον – μπαίνει στη ζώνη του λυκόφωτος.  Πράξεις και παραλείψεις μαθητευόμενων μάγων αλλά και μια κοινωνία που αρνείται πεισματικά να αλλάξει είχαν ως επακόλουθο η ημεδαπή κρίση να αποκτήσει μοναδικά – σε σχέση με τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου – χαρακτηριστικά.  Αποδείχθηκε πιο έντονη και με μεγαλύτερη διάρκεια από όσο προέβλεπαν οι αναλυτές εντός και εκτός των τειχών.  Το ζητούμενο σήμερα είναι η κρίση να μας εγκαταλείψει οριστικά. Ο κίνδυνος, ωστόσο, η παρατεταμένη ύφεση να μετατραπεί σε φθοροποιό στασιμότητα παραμένει υπαρκτός.

Ο εξορθολογισμός των φόρων είναι μια κίνηση προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά υπό τη δαμόκλειο σπάθη των πρωτογενών πλεονασμάτων μάλλον θα αποδειχθεί ανεπαρκής. Η άρση των γραφειοκρατικών στρεβλώσεων και η επικοινωνιακή προσπάθεια να αλλάξει η «ψυχολογία της αγοράς» προφανώς αποτελούσαν αδήριτη ανάγκη και ήδη αποδίδουν καρπούς. Ζητούμενο παραμένει, όμως, η λήψη στοχευμένων μέτρων για την τόνωση του επιχειρείν ιδίως των επιχειρήσεων που διακρίνονται από ένταση κεφαλαίου ή εργασίας και εκφεύγουν του συνηθισμένου πλαισίου της μικρής «οικογενειακής επιχείρησης». 

Τη δεκαετία που μας πέρασε η συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρήσεων που είχαν να επιδείξουν ένα «ευδιάκριτο μέγεθος» στην αγορά βρέθηκε αντιμέτωπη με τη συρρίκνωση των πωλήσεων, την υπερφορολόγηση και την έντονη δυσπιστία στο εξωτερικό (είτε σε πελάτες είτε σε προμηθευτές που επικαλούμενοι τον «κίνδυνο χώρας» (country risk) απέφευγαν τις συναλλαγές με ελληνικές επιχειρήσεις). Η πολιτεία αντί να βρει τα εργαλεία να τις υποστηρίξει, ώστε να αποφύγουν τη συρρίκνωση ή τη χρεοκοπία προτίμησε είτε το ρόλο του υπονομευτή (νομοθετώντας μέτρα που έδωσαν τη χαριστική βολή) είτε του απλού παρατηρητή.

Ποια μέτρα, όμως, θα μπορούσαν να ληφθούν ώστε να τονώσουν επιχειρήσεις που βρίσκονταν σε «ελεύθερη πτώση»; Προφανώς μέτρα που κυρίαρχα θα στόχευαν στη μείωση του κόστους μέχρι η επιχείρηση να έβρισκε ξανά την περπατησιά της. Έτσι, λοιπόν, έστω και με καθυστέρηση ετών μόνον ως θετική μπορεί να χαρακτηριστεί η δυνατότητα παρέκκλισης από τις κλαδικές συμβάσεις εργασίας εκείνων των επιχειρήσεων που κατέβαλλαν δομημένες προσπάθειες σωτηρίας. 
Ωστόσο, μια τέτοια νομοθετική παρέμβαση από μόνη της δεν αρκεί και ίσως στέλνει λάθος κοινωνικά μηνύματα. Το μάρμαρο του περιορισμού του κόστους για να υπηρετηθεί και η ευρωπαϊκή αρχή της «διατηρισιμότητας των επιχειρήσεων» δεν πρέπει να το … πληρώσουν – έστω προσωρινά – μόνον οι εργαζόμενοι. Το ίδιο το κράτος πρέπει να διευρύνει τα κίνητρα, ώστε να αναταχθεί η επιχειρηματικότητα στη χώρα (ώστε στη συνέχεια να υπάρξουν περισσότερες και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίες). 

Για παράδειγμα γίνεται δύσκολα αντιληπτό για ποιο λόγο αυξήθηκε το κόστος του leasing (μηχανημάτων αλλά και ακινήτων) με την επέκταση της ειδικής εισφοράς του Ν. 128/75 (ήτοι ποσοστού 0,6% που υπολογίζεται με βάση τα μέσα μηνιαία υπόλοιπα των χορηγήσεων και καταβάλλεται κάθε μήνα, ενώ τα έσοδα από τον πόρο αυτό θεωρητικά διοχετεύονται για τη αντιμετώπιση «φυσικών καταστροφών») πριν από λίγους μήνες, με το Ν 4607/2019. Πρόκειται για κόστος που μετακυλύεται από τράπεζες και χρηματοδοτικά ιδρύματα στον οφειλέτη και τινάζει αιφνιδίως κάθε προγραμματισμό στον αέρα, ιδίως επιχειρηματικά σχέδια που αποτέλεσαν προϊόν ενδελεχούς διαπραγμάτευσης μεταξύ οφειλέτη και πιστωτών στο πλαίσιο πολυμερούς συμφωνίας και εντέλει επικυρώθηκαν από τα Δικαστήρια. Η παραδοξότητα της πολιτείας και η αδυναμία της να δημιουργήσει ένα σημαντικό περιβάλλον κινήτρων διαφαίνεται και από το γεγονός ότι προτίμησε να εξαιρέσει – ήδη από το 2003 - από την ανωτέρω υψηλή (ιδίως σήμερα που η Ευρώπη ζει σε περιβάλλον μηδενικών επιτοκίων) εισφορά τις … Ιερές Μονές του Αγίου Όρους.

Κοντολογίς, πέραν της ορθής παρέμβασης στο εργασιακό κόστος των επιχειρήσεων που βρίσκονται σε φάση δομημένης διαδικασίας ανάταξης (δηλαδή στο πλαίσιο προπτωχευτικής, παραπτωχευτικής ή πτωχευτικής διαδικασίας) πρέπει άμεσα να καταργηθεί η εισφορά του Ν. 128/1975 στις επιχειρήσεις που πιστοποιημένα ακολουθούν τις ανωτέρω διαδικασίες, ενώ επιπροσθέτως θα πρέπει να προβλεφθεί νομοθετικά η μείωση της συμμετοχής τους με ίδια κεφάλαια στην περίπτωση υπαγωγής στον αναπτυξιακό νόμο ή στα προγράμματα του ΕΣΠΑ. Τώρα που το κλίμα μπορεί να αλλάξει και στην πράξη. Χτες μπορεί να ήταν νωρίς, αύριο θα είναι σίγουρα αργά…

Ο Αργύρης Αργυριάδης είναι Δικηγόρος και Φορολογικός Σύμβουλος

Απόψεις

Το υπαρξιακό δίλημμα του Κινήματος Αλλαγής. Του Λεωνίδα Γρηγοράκου

λεωνίδας γρηγοράκος

Τον χώρο της Κεντροαριστεράς επί πολλά χρόνια ενσάρκωνε και εξέφραζε το ΠΑΣΟΚ. Ήταν και το πλεονέκτημα που του επέτρεπε να αποτελεί για τρεις δεκαετίες κυρίαρχη πολιτική δύναμη. Το αναμφισβήτητο αυτό γεγονός ανατράπηκε εξαιτίας της οικονομικής κρίσης. Και τούτο διότι κλήθηκε να διαχειριστεί τις συνέπειες των αλόγιστων επιλογών της διακυβέρνησης του Κώστα Καραμανλή.

Ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός υπήρξε επακόλουθο του πρωτοφανούς δημόσιου χρέους και των τεράστιων ελλειμμάτων που άφησε πίσω της η πενταετία της συντηρητικής παράταξης. Για τα όσα συνέβησαν μέχρι τις εκλογές του 2009, το ΠΑΣΟΚ δε φέρει την παραμικρή ευθύνη. Εντούτοις, εισέπραξε την αμφισβήτηση και τη φθορά για πολιτικές που είχε εντόνως επικρίνει και πολεμήσει. Το παράδοξο είναι πως οι φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί δεν επωμίστηκαν τις επιπτώσεις των καταστροφικών πεπραγμένων τους.

Έτσι ένα πολυδύναμο κεντροαριστερό κόμμα, το οποίο άλλαξε την όψη της Ελλάδας, βρέθηκε στη δίνη μιας βαθιάς κρίσης και κατ’ επέκταση της απαξίωσης. Η καταβαράθρωσή του προκάλεσε σχεδόν κοσμογονικές αναδιατάξεις. Το κενό που δημιουργήθηκε σε μεγάλο βαθμό το κάλυψε κατ’ αρχάς ο ΣΥΡΙΖΑ. Αξιοποιώντας, σε συνηγορία με το σύνολο των λοιπών κομματικών σχημάτων, την εσκεμμένη ενοχοποίηση της δημοκρατικής παράταξης, διεύρυνε την επιρροή και την εμβέλειά του. Αξιοσημείωτη ήταν η ανταπόκρισή του στα αποκαλούμενα ΠΑΣΟΚικά  προπύργια. Αποκαλυπτικά παραδείγματα, οι Περιφέρειες της Β’ Πειραιά και της Κρήτης. Η αδιαμφισβήτητη αυτή αλήθεια διαμόρφωσε μια νέα πραγματικότητα.

Επιπλέον, το αποτέλεσμα της κάλπης του Ιουλίου του 2019 μετέβαλε άρδην το σκηνικό που προέκυψε. Στον κεντροαριστερό χώρο εισέβαλε και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αποσπώντας σημαντικό τμήμα του. Στην ουσία, οι μονομάχοι του νέου δικομματισμού λεηλάτησαν την εκλογική και κοινωνική βάση του. Αμφότεροι κέρδισαν την εμπιστοσύνη εκλογέων, οι  οποίοι πριν στήριζαν το ΠΑΣΟΚ. Οι εναπομείνασες δυνάμεις του δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν τη φορά των πραγμάτων. Οι προσπάθειες που καταβλήθηκαν δεν απέδωσαν καρπούς.

Επίσης, και τώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ είναι στην αντιπολίτευση οι κομματικοί συσχετισμοί παραμένουν εξαιρετικά δυσμενείς για το Κίνημα Αλλαγής. Η δημοσκοπική του καθίζηση είναι πασιφανής. Η δυστοκία του να εξελιχθεί σε δυναμικό τρίτο πόλο αποδεικνύει ότι δεν έχει τις απαραίτητες προϋποθέσεις ανάκαμψης. Η Ιστορία μάς διδάσκει ότι πολιτικά ρεύματα γεννιούνται και αναπτύσσονται όταν οι ηγεσίες τους κατορθώνουν να τα ενσαρκώσουν, να τα εκφράσουν και να τα διευρύνουν. Μόνο, αν οι επικεφαλής τους διαθέτουν το αναγκαίο βάθος, γνώσεις και εμπειρίες, και κυρίως ηγετικές ικανότητες μπορούν να τα καταστήσουν ισχυρά και ανθεκτικά.

Το δίλημμα, λοιπόν, για το ΚΙΝΑΛ είναι καίριο: Ή θα μένουμε απαθείς, παρακολουθώντας τη διαρκή υποχώρησή του. Ή θα αναζητήσουμε ρηξικέλευθες πολιτικές πρωτοβουλίες. Τη συρρίκνωση του δεν αναστέλλει η οποιαδήποτε εξωπολιτική στήριξη. Κανένα κομματικό σχήμα δεν επιβίωσε, έχοντας ακόμη και την αμέριστη υποστήριξη επιχειρηματικών ομίλων. Η τωρινή αρχηγός, η Φώφη Γεννηματά, υπολείπεται των αναγκών και των απαιτήσεων. Οι αντιφάσεις, οι παλινωδίες της, η αδυναμία της να προβάλει αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση, το επιβεβαιώνουν.

Η ανασύνθεση της Κεντροαριστεράς συνιστά υπόθεση όλων των προοδευτικών δυνάμεων, ενταγμένων και ανένταχτων. Ως εκ τούτου, ο διάλογος δεν πρέπει να ενοχοποιείται. Το ουσιαστικότερο, δεν γίνεται να είναι αντικείμενο συζητήσεων κορυφής.  Κι αυτό γιατί ζητούμενο καθίσταται η θεμελίωση μιας νέας προοδευτικής και σοσιαλδημοκρατικής πρότασης που θα υπερβαίνει προσωπικούς υπολογισμούς και παγιωμένα κομματικά σχήματα.

Αν δεν υπάρξουν συγκεκριμένες ενέργειες, οι οποίες θα ισοδυναμούν με την επανίδρυση ενός σύγχρονου κεντροαριστερού φορέα, το βέβαιο είναι ότι Τσίπρας και Μητσοτάκης θα διαμοιραστούν τον κοινωνικό και εκλογικό κορμό του άλλοτε ΠΑΣΟΚ.

Λεωνίδας Γρηγοράκος - Καθηγητής Εντατικής Θεραπείας-Πνευμονολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.