Αφιερωματα

Ιταλία: 50 χρόνια από την βομβιστική επίθεση στην Πιάτσα Φοντάνα

pia3.jpg

Kάθε χρόνο στις 12 Δεκεμβρίου η Ιταλία με συγκίνηση αναπολεί κι αναθεματίζει ένα από τα τραγικότερα γεγονότα, το οποίο, σύμφωνα με τα σημερινά αφιερώματα στον Τύπο, θεωρείται πως σημάδεψε ανεξίτηλα τη μεταπολεμική της ιστορία στον αιώνα που πέρασε, και το οποίο στις σημερινές συνθήκες αναβίωσης της τρομοκρατίας και της ανόδου της ακροδεξιάς αποκτά συμπληρωματικό συμβολικό χαρακτήρα.

Η πολυαίμακτη έκρηξη της 12ης Δεκεμβρίου 1969, στις 16:37 στην Αγροτική Τράπεζα της Πιάτσα Φοντάνα του Μιλάνου, που στοίχισε τη ζωή σε 17 ανθρώπους, ακόμη δεν έχει δικαιώσει τα θύματά της. Τα θύματα κι η κοινή γνώμη της Ιταλίας ακόμη δεν έχουν δει να τιμωρούνται οι δράστες της ειδεχθούς αυτής επίθεσης, μολονότι είναι πλέον ηλίου φαεινότερο από ποιον (νεοφασιστικό) χώρο προέρχονταν οι εκτελεστές της και πως οργανώθηκε και από ποιους ηθικούς αυτουργούς.

Σύμφωνα με τους ιστορικούς και τον Τύπο, αυτή η βομβιστική επίθεση «ήταν η απαρχή της "πολιτικής της έντασης" οικοδομημένη πάνω στις βόμβες, στις επιθέσεις σε τραίνα και σε συνδικαλιστικές συνεδριάσεις. Το επεισόδιο της Πιάτσα Φοντάνα, και ό,τι επακολούθησε—ιδίως με την «αυτοκτόνηση» του «υπόπτου» αναρχοσυνδικαλιστή Τζουζέπε Πινέλι μέσα στο αστυνομικό τμήμα, ένα επεισόδιο που ενέπνευσε τον μεγάλο θεατράνθρωπο Ντάριο Φο να γράψει το μεγαλειώδες «Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού»-- αποτελεί ένα δείγμα πως διαχειρίστηκε το τότε ιταλικό καθεστώς, την ευρύτατη κινητοποίηση και τις απεργίες που από τον Σεπτέμβριο συγκλόνιζαν την Ιταλία με αιτήματα τις κλαδικές συμβάσεις και καλύτερες συνθήκες εργασίας κι ασφάλισης.

 

Η δολιοφθορά των κινητοποιήσεων, όπως έχουν βεβαιώσει πλέον όλες οι ενδείξεις, στήθηκε με τη συμβολή των μυστικών υπηρεσιών, και την πανταχού παρούσα στην ψυχροπολεμική εκείνη εποχή CIA (με τις διάφορες επιχειρήσεις της Gladio, που είχε απλώσει και τα παρακλάδια της και στην Ελλάδα των Συνταγματαρχών).

Η στρατηγική της έντασης είχε ως κύριο μέλημα τον εξοπλισμό των ακραίων νεοφασιστικών στοιχείων, όπως της «Νέας Τάξης» (Ordine Nuovo) του Πίνο Ράουτι και την επιμελητειακή, πολιτική, επικοινωνιακή τους συνδρομή στο να πραγματοποιούν ένοπλες προβοκάτσιες, τις οποίες ο Τύπος και η κυβέρνηση απέδιδαν στην «κόκκινη τρομοκρατία».

Μέχρι κι ο τότε πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας Τζουζέπε Σάραγκατ είχε επιστρατευθεί για να συκοφαντήσει τις αριστερές οργανώσεις και το πρωτοποριακό συνδικαλιστικό και φοιτητικό κίνημα της εποχής. Παράδειγμα, η περίπτωση του τυχαίου θανάτου του αστυνομικού Ανναρούμμα σε σύγκρουση δύο περιπολικών στην διάρκεια της καταστολής μίας από τις διαδηλώσεις των απεργών στις μεγάλες κινητοποιήσεις του Σεπτεμβρίου –Δεκεμβρίου 1969, που όλος ο κρατικός μηχανισμός είχε σπεύσει να την αποδώσει στο αριστερό κίνημα, εξαφανίζοντας το φιλμ γαλλικού συνεργείου τηλεόρασης που κατέγραφε το γεγονός.

Τις αμέσως επόμενες ημέρες από την έκρηξη στην Πλατεία Φοντάνα, κι έως ότου αποδειχθεί η αυτουργία των νεοφασιστών και η πιθανή συνέργεια των κρατικών υπηρεσιών, είχε ξεκινήσει ένα πραγματικό πογκρόμ και κατασκευή υπόπτων—όπως αποδεικνύει η μεγάλη περιπέτεια του επίσης αναρχικού Πιέτρο Βαλπρέντα, που παρουσιάσθηκε ως ο φυσικός αυτουργός της.

Τελικά, όχι μόνον η έκρηξη στην Πιάτσα Φοντάνα, αποδείχθηκε πως υπήρξε οργανωμένο σχέδιο κι εκτέλεση των νεοφασιστικών στοιχείων, αλλά επίσης και πολλές άλλες παρόμοιες ενέργειες, από τη δολοφονία αστυνομικών στο Φρίουλι κι αλλού, έως τη βομβιστική επίθεση στο σταθμό της Μπολόνια. Άλλωστε, είτε οι έρευνες, είτε τυχαία περιστατικά, τελικά επιβεβαίωσαν στο κύλισμα του χρόνου το πόσο ευσταθούσε το -επιστημονικής φαντασίας υπό άλλες συνθήκες-σενάριο για συνεργασία όλων αυτών των κύκλων, περιλαμβανομένης και της CIA: η σύλληψη το 1972 του «Νεοταξικού» Φράνκο Φρέντα κι η διαπίστωση ότι τα εκρηκτικά της έκρηξης προέρχονταν από τον κύκλο του, ή η απαγγελία κατηγοριών το 1998 από τον Μιλανέζο δικαστή Γκουΐντο Σαλβίνι κατά του Αμερικανού αξιωματικού Ντέιβιντ Κάρετ «σταθμάρχη της CIA» για στρατιωτική κατασκοπία και άμεση συμμετοχή στα γεγονότα της Πιάτσα Φοντάνα.

 

Η επίθεση στην Πιάτσα Φοντάνα, παρά την μεθοδευμένη αποτυχία της δικαιοσύνης να καταδικάσει τους εντοπισμένους ενόχους (Κάρλο Μαρία Μάτζι, Ντέλφο Τζόρτζι και Τζανκάρλο Ρονιόνι), συντηρεί την ανάγκη να υπάρξει κάποτε μία θαρραλέα αποτίμηση της ευθύνης που φέρει για τη δράση του εκείνην την εποχή ένας συγκεκριμένος χώρος -το νεοφασιστικο MSI- παρά την άφεση που προσπαθεί να του προσφέρει μέσω της λήθης και της συμμετοχής σε μία (πραγματική;) δημοκρατική διαδικασία ο μεταλλαγμένος πολιτικός επίγονός του, τα «Αδέλφια της Ιταλίας (FdI) και των λοιπών επιγόνων, που σήμερα συμμετέχουν (!) ως «κεντροδεξιές» αποχρώσεις στις διάφορες κυβερνήσεις (ακόμη και του Δημοκρατικού Κόμματος PD-πρώην ΚΚΙ), αλλά υπενθυμίζει επίσης και τον πιθανό σκοτεινό ρόλο που μπορεί να παίξει ένα κράτος σε καιρούς κρίσης—όπως ήταν τότε ο Ψυχρός Πόλεμος.

Αφιερωματα

Άγιος Αντώνιος ο Μέγας

αγιος αντωνιος

Ονομαστός χριστιανός ασκητής της Αιγύπτου και θεμελιωτής του μοναχικού βίου στην Ανατολή. Η μνήμη του εορτάζεται στις 17 Ιανουαρίου.

Ο Αντώνιος γεννήθηκε γύρω στο 250 στην πόλη Κομά της Άνω Αιγύπτου, από γονείς εύπορους και ευλαβείς. Έζησε στα χρόνια ρωμαίων αυτοκρατόρων, όπως ο Διοκλητιανός (284-305), ο Μαξιμιανός (285-305) και ο Μέγας Κωνσταντίνος. Από την παιδική του ηλικία ήταν ολιγαρκής και αυτάρκης κι έδειξε ενδιαφέρον για τη λατρευτική ζωή της εκκλησίας.

Σε ηλικία 20 ετών έχασε και τους δύο γονείς του. Έξι μήνες αργότερα μοίρασε τα υπάρχοντά του στους φτωχούς, υπακούοντας στην ευαγγελική περικοπή του πλούσιου νεανίσκου, και αποσύρθηκε σε σπήλαιο της ερήμου, όπου έζησε ασκητικό βίο για 25 συναπτά έτη. Η φήμη του διαδόθηκε σύντομα στις τοπικές εκκλησίες, πολλοί δε χριστιανοί κατέφευγαν στην ίδια περιοχή για να ασκητεύσουν και να ακούσουν τη διδασκαλία του.

Το έτος 311, κατά το διωγμό του αυτοκράτορα Μαξιμίνου (307-313), κατήλθε στην Αλεξάνδρεια, για να ενθαρρύνει και να βοηθήσει τους πιστούς της τοπικής εκκλησίας. Όταν έπαυσε ο διωγμός, ο Αντώνιος επανήλθε στην έρημο. Αισθανόταν, όμως, ενοχλημένος από την παρουσία πολλών πιστών που πήγαιναν να τον συναντήσουν κι έτσι αναζήτησε ένα νέο καταφύγιο στο όρος Κολξίμ της Ερυθράς Θάλασσας. Κι εκεί, όμως, προσέρχονταν πολλοί χριστιανοί για να λάβουν την ευλογία του και να θεραπευτούν. Η φήμη του έφθασε μέχρι και τα υψηλά κλιμάκια της αυτοκρατορίας. Ο Μέγας Κωνσταντίνος και γιοι του, Κωνστάντιος και Κώνστας, είχαν τακτική αλληλογραφία μαζί του και τον συμβουλεύονταν για διάφορα θέματα.

Κατά τη διάρκεια του ασκητικού βίου του δεν άλλαξε ποτέ ένδυμα, ούτε έπλυνε το σώμα ή τα πόδια του με νερό. Δίδασκε τους μαθητές του να μη θεωρούν τίποτε ανώτερο από την αγάπη του Χριστού και να μη νομίζουν ότι επειδή απέχουν από τα κοσμικά αγαθά, στερούνται κάτι αξιόλογο. Το να αφήνει κανείς τα επίγεια αγαθά, έλεγε, είναι σαν να καταφρονεί μία δραχμή από χαλκό, για να κερδίσει εκατό χρυσές. Τόνιζε ότι δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο ανθρώπινος βίος είναι πρόσκαιρος συγκρινόμενος προς την αιώνια ζωή και ότι δεν πρέπει να κοπιάζουμε για την απόκτηση πρόσκαιρων αγαθών, τα οποία δεν μπορούμε να πάρουμε μαζί μας, αλλά για την απόκτηση αιώνιων αγαθών, δηλαδή της φρόνησης, της δικαιοσύνης, της σωφροσύνης, της ανδρείας, της συνέσεως και της αγάπης.

Ο  Άγιος Αντώνιος, ο επονομασθείς από την εκκλησία Μέγας, κοιμήθηκε το 356 σε ηλικία 105 ετών, έχοντας απόλυτη σωματική και πνευματική υγεία. Λίγο πριν από την αποδημία του χάρισε στους δύο πιο διαπρεπείς μαθητές του, τον Σεραπίωνα και τον Μέγα Αθανάσιο, τα μοναδικά του περιουσιακά στοιχεία, ένα χιτώνιο και δύο μηλωτές (προβιές). Σύμφωνα με την επιθυμία του, ο τόπος της ταφής του παρέμεινε μυστικός. Αργότερα, τα λείψανά του μεταφέρθηκε στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην Αλεξάνδρεια επί Ιουστινιανού (561) και από εκεί το 635 στην Κωνσταντινούπολη. Τον 11ο αιώνα τα παρέλαβε ένα γάλλος ευγενής, ονόματι Ζοσλέν, ο οποίος τα εναπόθεσε στο Αββαείο του Αγίου Αντωνίου, στην ομώνυμη πόλη της Ν.Α. Γαλλίας (Saint-Antoine-l'Abbaye), όπου βρίσκονται σήμερα.

Απολυτίκιο

Τον ζηλωτήν Ηλίαν τοις τρόποις μιμούμενος,
τω Βαπτιστή ευθείαις ταις τρίβοις επόμενος,
Πάτερ Αντώνιε, της ερήμου γέγονας οικιστής,
και την οικουμένην εστήριξας ευχαίς σου.
Διό πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ,
σωθήναι τας ψυχάς ημών.

Λαογραφία

Στη λαϊκή παράδοση υπάρχει η δοξασία ότι ο Άγιος Αντώνιος τιμωρεί όσους εργάζονται την ημέρα της μνήμης του.

Οι κάτοικοι της Βέροιας τιμούν τον άγιο ως ιατρό των ψυχοπαθών, των «δαιμονισμένων», οι οποίοι πρέπει να έχουν νηστέψει επί σαράντα ημέρες και να έχουν προσδεθεί, αφιερωματικά και τελετουργικά, στο ναό του αγίου.

Η εορτή του Αγίου Αντωνίου θεωρείται το κέντρο του χειμώνα, άρα είναι και ημέρα βαρυχειμωνιάς. Λόγω της κακοκαιρίας που συνήθως επικρατεί κατά την ημέρα αυτή και του ψύχους, υπάρχει η κατάρα: «Κακή ριπή τ' αγι-Αντωνιού να σε βρει».

Είναι όμως και ορόσημο για το επερχόμενο καρναβάλι, γι' αυτό και η προτροπή του λαού: «Απ' τ' αγι-Αντωνιού και πέρα / δώσ' του φουστανιού σ' αέρα».

Στη Δυτική παράδοση, ο Άγιος Αντώνιος είναι προστάτης των πασχόντων από δερματοπάθειες, των νεκροθαφτών, των καλαθοπλεκτών και των ψηκτροποιών.

πηγή: sansimera.gr