Σε σχεδόν εννέα Ελλάδες ανέρχεται ο αριθμός των νοικοκυριών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που βρίσκονται στο κατώφλι της φτώχειας, δεν μπορούν να καλύψουν έκτακτες δαπάνες, να πάνε μία εβδομάδα διακοπές και να αντέξουν το κόστος διαβίωσης εν γένει, με τη χώρα μας να βρίσκεται ψηλά στους πιο ζοφερούς δείκτες, όπως προκύπτει από τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, για το 2025.
Στο «κατώφλι» της φτώχειας το 20,9% του πληθυσμού της ΕΕ
Έτσι, το 2025, 92,7 εκατομμύρια άνθρωποι, ή το 20,9% του πληθυσμού της ΕΕ, διέτρεχαν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.
Αυτό σημαίνει ότι βρίσκονταν σε τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες τρεις καταστάσεις:
διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας μετά από αλλαγές στις κοινωνικές μεταβιβάσεις*
αντιμετωπίζουν σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση
ή ζουν σε νοικοκυριό με πολύ χαμηλή ένταση εργασίας**
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού προέρχονταν από την εισοδηματική φτώχεια, με άλλα λόγια, τον κίνδυνο φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις: 72,4 εκατομμύρια άτομα βρίσκονταν σε αυτή την κατάσταση σε ολόκληρη την ΕΕ το 2025.
Μεταξύ αυτών, 25,5 εκατομμύρια βρίσκονταν επίσης σε μία ή και στις δύο από τις άλλες δύο καταστάσεις.
Πάντως, σύμφωνα με τη Eurostat, το 2025 υπήρχαν 0,5 εκατομμύρια λιγότερα άτομα που διατρέχαν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού σε σύγκριση με το 2024, αριθμός που δεν αλλάζει δραματικά την εικόνα, δεδομένου ότι μια μικρή αύξηση στο εισόδημα μπορεί να βγάλει το νοικοκυριό από την κατώτατη βαθμίδα, δίχως να συνιστά αυτό ουσιαστική αλλαγή στη ζωή του.
Στους «πρωταθλητές» της φτώχειας η Ελλάδα
Δεύτερη μεταξύ των χωρών της ΕΕ στο υψηλότερο ποσοστό του πληθυσμού που διατρέχει κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού το 2025 ήταν η Ελλάδα, ενώ την πρωτιά διατηρεί η Βουλγαρία.
Αναλυτικά, το υψηλότερο ποσοστό φτώχειας είχαν:
Βουλγαρία (29,0%)
Ελλάδα (27,5%)
Ρουμανία (27,4%)
Λιθουανία (26,3%)
Ισπανία (25,7%)
Λετονία (24,7%).
Στο αντίθετο άκρο του φάσματος, το 11,5 % του πληθυσμού της Τσεχίας διατρέχει κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.
Η «λαιμητόμος» των έκτακτων δαπανών
Η υλική στέρηση αναφέρεται στην αναγκαστική αδυναμία (και όχι στην επιλογή) ενός ανθρώπου/νοικοκυριού να καλύψει συγκεκριμένες δαπάνες, με ένα χαρακτηριστικός παράδειγμα να αποτελούν οι έκτακτες οικονομικές δαπάνες.
Η Ελλάδα, σε αυτόν τον δείκτη περνά στην πρώτη, νοσηρή θέση.
Ειδικότερα, το 2025, σχεδόν 3 στους 10 (29,2%) ανθρώπους στην ΕΕ δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσουν μια απροσδόκητη οικονομική δαπάνη.
Το ποσοστό αυτό ήταν 0,8 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από ό,τι το 2024.
Πάνω από το 40,0% του πληθυσμού δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει μια απροσδόκητη οικονομική δαπάνη το 2025 σε 4 χώρες της ΕΕ:
την Ελλάδα (50,5%)
τη Λετονία (43,7%)
τη Βουλγαρία (42,4%)
τη Λιθουανία (41,1%)
Αντίθετα, ένα σχετικά μικρό ποσοστό του πληθυσμού στις Κάτω Χώρες δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει τέτοιες δαπάνες (15,3%).
«Ουτοπία» η μία εβδομάδα διακοπών
Ένα άλλο μέτρο της υλικής στέρησης είναι η αδυναμία να καλύψει κανείς το κόστος μιας εβδομάδας ετήσιων διακοπών μακριά από το σπίτι.
Το 2025, το 27,5% του πληθυσμού της ΕΕ δεν μπορούσε να καλύψει το κόστος τέτοιων διακοπών.
Να σημειωθεί, ότι στον συγκεκριμένο δείκτη, η αδυναμία να καλύψει κανείς το κόστος μιας εβδομάδας διακοπών μακριά από το σπίτι αντανακλά οικονομικούς περιορισμούς, και όχι άλλους λόγους για τους οποίους δεν πηγαίνουν διακοπές (για παράδειγμα, την προτίμηση να μείνουν στο σπίτι).
Και σε αυτή τη μέτρηση η Ελλάδα «πλασάρεται» στην πρώτη τριάδα, ως δεύτερη.
Έτσι, το υψηλότερο ποσοστό ατόμων που δεν μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά μια εβδομάδα ετήσιων διακοπών μακριά από το σπίτι το 2025 καταγράφηκε στ Ρουμανία, στο 61,4%, ενώ τα αμέσως υψηλότερα ποσοστά παρατηρήθηκαν στην Ελλάδα (46,6%), τη Βουλγαρία και την Ουγγαρία (και στις δύο 39,1%).
Αντίθετα, το ποσοστό του πληθυσμού που δεν μπορούσε να αντέξει οικονομικά μια εβδομάδα ετήσιων διακοπών μακριά από το σπίτι ήταν 12,8% στις Κάτω Χώρες, 12,4% στη Σουηδία και ακόμη χαμηλότερο στο Λουξεμβούργο, στο 10,6%.
Απασχόληση
Το ποσοστό απασχόλησης στην ΕΕ για άτομα ηλικίας 20 έως 64 ετών έφτασε το 76,1% το 2025, σημειώνοντας αύξηση 0,3 ποσοστιαίων μονάδων σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των 16 χωρών της ΕΕ που κατέγραψαν αύξηση.
Ειδικότερα, μεταξύ του 2024 και του 2025, το ποσοστό απασχόλησης για άτομα ηλικίας 20 έως 64 ετών αυξήθηκε σε 16 χώρες της ΕΕ, παρέμεινε αμετάβλητο σε τρεις (3) και μειώθηκε στις υπόλοιπες οχτώ (8).
Το ποσοστό αυξήθηκε περισσότερο στην Ελλάδα (αύξηση 1,7 ποσοστιαίων μονάδων) και στην Κύπρο (αύξηση 1,5 ποσοστιαίων μονάδων), ενώ η Φινλανδία (μείωση 0,7 ποσοστιαίων μονάδων) σημείωσε τη μεγαλύτερη μείωση.
Ανεργία
Ωστόσο, η Ελλάδα ήρθε τρίτη στην ανεργία στις ηλικίες από 15 – 74 ετών.
Ειδικότερα, το 2025, τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας μεταξύ των χωρών της ΕΕ για άτομα ηλικίας 15 έως 74 ετών καταγράφηκαν στην Ισπανία (10,5%) και τη Φινλανδία (9,7)· τα αμέσως υψηλότερα ποσοστά ήταν 8,9% στην Ελλάδα και 8,8% στη Σουηδία.
Ποσοστά ανεργίας 3,1% καταγράφηκαν στη Μάλτα και την Πολωνία, ενώ το χαμηλότερο ποσοστό παρατηρήθηκε στην Τσεχία (2,8%).
Το ποσοστό ανεργίας στην ΕΕ για άτομα ηλικίας 15 έως 74 ετών ήταν κατά 0,1 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο το 2025 σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Το ποσοστό αυτό αυξήθηκε σε 15 χώρες της ΕΕ, παρέμεινε αμετάβλητο σε 1 και μειώθηκε στις υπόλοιπες 11.
Η μεγαλύτερη αύξηση παρατηρήθηκε στη Φινλανδία (αύξηση κατά 1,3 εκατοστιαίες μονάδες), ενώ η μεγαλύτερη μείωση καταγράφηκε στην Ελλάδα (μείωση κατά 1,2 εκατοστιαίες μονάδες), την Ισπανία (μείωση κατά 0,9 εκατοστιαίες μονάδες) και τη Βουλγαρία (μείωση κατά 0,7 εκατοστιαίες μονάδες).
Πληθυσμός
Μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 2015 και της 1ης Ιανουαρίου 2025, ο πληθυσμός της ΕΕ αυξήθηκε κατά 7,8 εκατομμύρια (ή 1,8%), με την καθαρή εισερχόμενη μετανάστευση να αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα αυτής της αύξησης.
Ο πληθυσμός αυξήθηκε με τον ταχύτερο ρυθμό κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου στη Μάλτα και το Λουξεμβούργο, σημειώνοντας συνολική αύξηση κατά 30,9% και 21,1%, αντίστοιχα.
Στο αντίθετο άκρο του φάσματος, ο πληθυσμός μειώθηκε περισσότερο σε ποσοστιαία βάση στη Βουλγαρία (μείωση 8,4%), την Κροατία (μείωση 7,3%) και τη Λετονία (μείωση 6,3%).
Η φυσική μείωση του αριθμού των κατοίκων (περισσότεροι θάνατοι από γεννήσεις) στη Βουλγαρία, την Κροατία, τη Λετονία, την Πολωνία και τη Ρουμανία ενισχύθηκε από την καθαρή αποδημία (περισσότεροι άνθρωποι που φεύγουν από όσους εισέρχονται στη χώρα), οδηγώντας σε μείωση του πληθυσμού.
Παρατηρήθηκε επίσης συνολική μείωση του πληθυσμού στην Ελλάδα, την Ιταλία, τη Λιθουανία, την Ουγγαρία και τη Σλοβακία, παρά την καθαρή μετανάστευση προς τις χώρες αυτές.
Άσυλο
Το 2025, ο αριθμός των πρώτων αιτήσεων ασύλου που υποβλήθηκαν στην ΕΕ ήταν 149 ανά 100 000 κατοίκους.
Μεταξύ των χωρών της ΕΕ, το υψηλότερο ποσοστό – 534 αιτούντες ανά 100 000 κατοίκους – καταγράφηκε στην Ελλάδα.
Στο αντίθετο άκρο της κλίμακας, ο αριθμός των αιτούντων ανά 100 000 κατοίκους ήταν 1 στην Ουγγαρία, 2 στη Σλοβακία, 6 στη Ρουμανία, 9 στην Τσεχία και 11 στη Λιθουανία.
Διαδίκτυο
Το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 16 έως 74 ετών στην ΕΕ που χρησιμοποιούν το διαδίκτυο για τηλεφωνικές κλήσεις ή βιντεοκλήσεις αυξήθηκε κατά 13,0 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ του 2020 και του 2025, φθάνοντας το 75,7%.
Μεταξύ των χωρών της ΕΕ, τα υψηλότερα ποσοστά ατόμων που χρησιμοποιούσαν το διαδίκτυο για τηλεφωνικές ή βιντεοκλήσεις το 2025 ήταν 90,4% στην Κύπρο, 90,1% στη Μάλτα και 87,6% στις Κάτω Χώρες.
Τα χαμηλότερα ποσοστά ήταν 61,9% στη Σλοβενία και 62,1% στην Πολωνία.
Το ποσοστό των ατόμων που χρησιμοποιούν το διαδίκτυο για να πραγματοποιούν τέτοιες κλήσεις αυξήθηκε σε όλες σχεδόν τις χώρες της ΕΕ κατά την περίοδο από το 2020 έως το 2025.
Οι μεγαλύτερες αυξήσεις σημειώθηκαν στη Μάλτα (αύξηση 27,3 ποσοστιαίων μονάδων) και στην Ελλάδα (αύξηση 26,2 ποσοστιαίων μονάδων).
Οι μόνες μειώσεις σημειώθηκαν στο Λουξεμβούργο (μείωση 1,9 ποσοστιαίων μονάδων) και στην Ουγγαρία (μείωση 1,3 ποσοστιαίων μονάδων).
ΑΕΠ
Το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) της ΕΕ εκτιμήθηκε σε 18,8 τρισεκατομμύρια ευρώ το 2025, με την Ελλάδα να καταλαμβάνει τη 16η θέση, καταγράφοντας ονομαστική αύξηση στο ΑΕΠ της.
Η Γερμανία είχε τη μεγαλύτερη οικονομία μεταξύ των χωρών της ΕΕ (4,5 τρισεκατομμύρια ευρώ ή 23,8% του συνόλου της ΕΕ), ακολουθούμενη από τη Γαλλία (15,8%) και την Ιταλία (12,0%).
Στο άλλο άκρο του εύρους, η Μάλτα (0,1%) είχε τη μικρότερη οικονομία στην ΕΕ, πίσω από την Κύπρο, την Εσθονία και τη Λετονία (όλες 0,2%).
Η θέση της Ελλάδας
Στην Ελλάδα, το εγχώριο ΑΕΠ σε τρέχουσες τιμές ανήλθε το 2025 στα 248,35 δισεκατομμύρια ευρώ, παρουσιάζοντας άνοδο από τα 236,74 δισ. ευρώ του 2024.
Αυτό σημαίνει ονομαστική αύξηση 4,9% σε ετήσια βάση, ποσοστό που δεν ταυτίζεται με τον ρυθμό πραγματικής ανάπτυξης
Το ειδικό βάρος της Ελλάδας στο συνολικό ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαμορφώνεται στο 1,32%.
ΑΕΠ ανά κάτοικο – Πρότυπο αγοραστικής δύναμης (PPS)
Το ΑΕΠ ανά κάτοικο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη σύγκριση της οικονομικής παραγωγής οικονομιών διαφορετικού μεγέθους.
Εντός της ΕΕ, ο δείκτης αυτός αυξήθηκε από 39.960 ευρώ το 2024 σε 41.620 ευρώ το 2025.
Δεδομένου ότι το κόστος διαβίωσης διαφέρει από τόπο σε τόπο, ο δείκτης αυτός έχει προσαρμοστεί ώστε να αντικατοπτρίζει τις διαφορές στο επίπεδο των τιμών με τη χρήση μιας τεχνητής νομισματικής μονάδας που ονομάζεται πρότυπο αγοραστικής δύναμης (PPS).
Με βάση αυτό το μέτρο, το σχετικό βιοτικό επίπεδο των επιμέρους χωρών της ΕΕ μπορεί να εκφραστεί σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ (ο οποίος ορίζεται ως 100).
Το 2025, οι υψηλότερες τιμές καταγράφηκαν στο Λουξεμβούργο και την Ιρλανδία, όπου το ΑΕΠ ανά κάτοικο σε PPS ήταν, αντίστοιχα, 238,7% και 237,3% του μέσου όρου της ΕΕ, με άλλα λόγια, 2,4 φορές υψηλότερο.
Αντίθετα, το ΑΕΠ ανά κάτοικο στη Βουλγαρία και την Ελλάδα ήταν λίγο πάνω από τα δύο τρίτα (68,1% και 68,4%, αντίστοιχα) του μέσου όρου της ΕΕ.
Οι διαφορές μεταξύ του ΑΕΠ και του εισοδήματος/της κατανάλωσης ενδέχεται να οφείλονται σε διάφορους παράγοντες. Για παράδειγμα, οι επιχειρήσεις υπό ξένη ιδιοκτησία συμβάλλουν στο ΑΕΠ των χωρών όπου δραστηριοποιούνται, αλλά ενδέχεται να μεταφέρουν εισόδημα στους ξένους ιδιοκτήτες τους.
Οι διασυνοριακοί εργαζόμενοι συμβάλλουν στο ΑΕΠ της χώρας όπου εργάζονται, ενώ συμπεριλαμβάνονται στα στοιχεία πληθυσμού της χώρας όπου διαμένουν.
Έλλειμμα
Το 2025, το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης σε ολόκληρη την ΕΕ παρέμεινε σταθερό, αφού είχε μειωθεί το 2024. Το 2025, το έλλειμμα αντιστοιχούσε στο 3,1% του ΑΕΠ.
Το 2025, 5 χώρες της ΕΕ παρουσίασαν πλεόνασμα στον προϋπολογισμό. Τα μεγαλύτερα πλεονάσματα καταγράφηκαν στην Κύπρο (3,4% του ΑΕΠ) και στη Δανία (2,9%), ενώ μικρότερα πλεονάσματα καταγράφηκαν στην Ιρλανδία, την Ελλάδα και Πορτογαλία.
Τα μεγαλύτερα ελλείμματα καταγράφηκαν στη Ρουμανία (7,9% του ΑΕΠ), την Πολωνία (7,3%), το Βέλγιο (5,2%) και τη Γαλλία (5,1%).
Η Ουγγαρία, η Σλοβακία, η Αυστρία, η Βουλγαρία, η Φινλανδία και η Ιταλία κατέγραψαν επίσης ελλείμματα άνω του 3,0% του ΑΕΠ, ενώ η Κροατία κατέγραψε έλλειμμα 3,0%.
Διαβάστε επίσης:
Ρέθυμνο: Μήνυμα αισιοδοξίας από τον τουρισμό μετά τις πυρκαγιές στο νότο
Υπουργείο Υγείας: Επείγουσα προειδοποίηση για τους πνιγμούς μετά τους 284 θανάτους του 2025