Κρήτη

Κατατέθηκε ο φάκελος για την καταστροφή στην ελαιοπαραγωγή της Κρήτης

παραγωγοι - ελαιολαδο

Η δεύτερη σύσκεψη της ομάδας εργασίας για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων υπέρ των κρητικών παραγωγών πραγματοποιήθηκε στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης.

«Ως Περιφέρεια Κρήτης καταθέσαμε τα τελικά στοιχεία που αναδεικνύουν τη μείωση της παραγωγής, η οποία είναι σε ποσοστό 40% επί της παραγωγής και περίπου 40.000 τόνους. Καταθέσαμε επίσης τα τελικά ποσοστά που αφορούν την ποιοτική υποβάθμιση του προϊόντος», δήλωσε ο Αντιπεριφερειάρχης πρωτογενή τομέα Μανόλης Χνάρης.

Η Επιτροπή θα συνεδριάσει εκ νέου στις αρχές Μαρτίου, ενώ μέλη της αναμένεται να επισκεφτούν την Κρήτη την τελευταία εβδομάδα του Φεβρουαρίου για να μιλήσουν από κοντά με παραγωγούς και φορείς του ελαιολάδου.

Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, ο φάκελος πρέπει να παραδοθεί στον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης, Μάκη Βορίδη, μέχρι το τέλος Μαρτίου, προκειμένου στη συνέχεια να διεκδικηθούν αποζημιώσεις από την Ε.Ε.

Η τεκμηρίωση είναι μια αρκετά κρίσιμη υπόθεση που έχει εξαιρετικά μεγάλη σημασία για να πετύχει ο στόχος των αποζημιώσεων από την Ε.Ε. 

Μετά την ολοκλήρωση της σύσκεψης, ο Αντιπεριφερειάρχης Πρωτογενή τομέα Μανόλης Χνάρης είχε κατ’ ιδίαν συνάντηση με τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης Μάκη Βορίδη, παρουσία του ειδικού συμβούλου του υπουργού Ανδρέα Στρατάκη.

Η συζήτηση αφορούσε την επίσπευση της πίστωσης των επιπλέον 2 εκατομμυρίων ευρώ για το πρόγραμμα δακοκτονίας που είχε ανακοινώσει ο κ. Βορίδης από το Ηράκλειο καθώς και την πρόταση της Περιφέρειας για τη διερεύνηση καταβολής αποζημίωσης από το πρόγραμμα ενισχύσεων de minimis, ανεξάρτητα από την τελική έκβαση της πορείας του φακέλου διεκδίκησης πόρων που θα πάει στην ευρωπαϊκή ένωση.

 

Δείτε τι δήλωσε ο Αντιπεριφερειάρχης Πρωτογενή τομέα Μανόλης Χνάρης

 

 

Κρήτη

Ρέθυμνο

Βουλευτές του ΚΕΕ ζητούν την επείγουσα ενίσχυση του Νοσοκομείου Ρεθύμνου

Νοσοκομειο ρεθυμνου

Στην κατάσταση που έχει διαμορφωθεί με την εξάπλωση του κορονοϊού, εντείνεται η αγωνία και ο προβληματισμός στο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό του ΓΝ Ρεθύμνου, αλλά και στο λαό της περιοχής που εξυπηρετείται από αυτό, καθώς δε λαμβάνονται από την κυβέρνηση τα αναγκαία μέτρα αποφασιστικής στήριξης του νοσοκομείου.

Ειδικότερα, το ΓΝ Ρεθύμνου, το μοναδικό νοσηλευτικό ίδρυμα ενός Νομού με 80 χιλιάδες κατοίκους, λειτουργεί με σοβαρές ελλείψεις, κάτι που ήταν γνωστό και πριν το ξέσπασμα της επιδημίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται στην παροχή υπηρεσιών υγείας, αλλά και στις συνθήκες εργασίας του προσωπικού. Χαρακτηριστικό είναι πως πρόσφατα είχε κλείσει η ουρολογική κλινική, ενώ και η παθολογική είχε οδηγηθεί σε αναστολή της λειτουργίας της το Δεκέμβριο του 2019, λόγω έλλειψης γιατρών.

Ακόμη και με το ανεπαρκέστατο οργανόγραμμα, που προβλέπει 91 θέσεις ειδικευμένων γιατρών υπάρχουν κενά στο νοσοκομείο, αφού έχουν καλυφθεί μόλις οι 60 θέσεις και οι 31, δηλαδή το 34%, είναι κενές (συμπεριλαμβάνεται και 1 θέση αναισθησιολόγου, που θα μείνει ακάλυπτη αυτό το μήνα). Ορισμένες μάλιστα από αυτές αφορούν κρίσιμες ειδικότητες στην αντιμετώπιση του κορονοϊού. Από τις 6 θέσεις παθολόγων έχουν καλυφθεί μόνο οι μισές και το ίδιο ισχύει για τους χειρουργούς. Για τους πνευμονολόγους έχουν καλυφθεί οι 2 από τις 4 θέσεις και αναισθησιολόγοι υπηρετούν 3 (ο ένας μάλιστα αποχωρεί τον επόμενο μήνα) από τους 5 που προβλέπονται. Ένα μικρό μέρος αυτών των ελλείψεων στην κυριολεξία «μπαλώνεται» με ανακύκλωση του προσωπικού, με συμβασιούχους – επικουρικούς γιατρούς, προσωπικό που αφενός δεν επαρκεί και αφετέρου εργάζεται σε καθεστώς εργασιακής ομηρίας, χωρίς εργασιακά δικαιώματα και φεύγει πριν προλάβει καλά – καλά να εκπαιδευτεί.

Πιο δραματική είναι η κατάσταση με τους ειδικευόμενους γιατρούς. Από τις 53 θέσεις που προβλέπονται, είναι κενές οι 38 (δηλαδή το 72%). Παθολόγοι λείπουν 5 από τους 10, χειρουργοί λείπουν 5 από τους 7, γενικής ιατρικής λείπουν 10 από τους 11, ενώ δεν έχει καλυφτεί ούτε μία θέση αναισθησιολόγου και καρδιολόγου. Για αυτή την εκρηκτική κατάσταση, είναι προφανές ότι δεν αποτελεί λύση η τακτική του να μετακινούνται γιατροί από τη μία δημόσια δομή Υγείας στην άλλη, την οποία υιοθετώντας η 7η ΔΗΠΕ, μετέφερε 8 αγροτικούς γιατρούς στο νοσοκομείο, αποδυναμώνοντας έτσι την ήδη αποψιλωμένη πρωτοβάθμια φροντίδα περίθαλψης.

Την ίδια στιγμή υπάρχουν 81 κενά στις οργανικές θέσεις του λοιπού προσωπικού και μάλιστα τα 31 από αυτά είναι κρίσιμες θέσεις νοσηλευτών. Συνάμα, το έγκλημα της μη λειτουργίας όλων των κλινών ΜΕΘ συνεχίζεται, καθώς από τις μόνο 9 κλίνες ΜΕΘ του ΓΝ Ρεθύμνου, λειτουργούν οι 7. Επιπλέον, ελλείψεις διαπιστώνονται –τουλάχιστον μέχρι τώρα - με τα μέσα ατομικής προστασίας, που λόγω των μικρών αποθεμάτων, διατίθενται με πολύ μεγάλη φειδώ.

Αυτή η ήδη δυσχερής κατάσταση επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο, με δεδομένες τις τεράστιες ανεπάρκειες της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, που βεβαίως δεν μπορεί να παρέχεται τηλεφωνικά.

Σε αυτές τις συνθήκες, οι εργαζόμενοι στο νοσοκομείο, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις από τις τεράστιες ελλείψεις, αξιοποίησαν κάθε δυνατότητα για να προετοιμαστούν για την πανδημία. Αναδιάταξαν και διαμόρφωσαν το ΤΕΠ για να αποφεύγεται ο συγχρωτισμός των ύποπτων κρουσμάτων με τους άλλους ασθενείς. Μετέφεραν την παιδιατρική κλινική σε θαλάμους του χειρουργικού και στη θέση της διαμόρφωσαν κλινική ειδικά για κρούσματα του κορονοϊού. Ενδεικτικό των ελλείψεων και της αγωνίας του προσωπικού είναι το γεγονός ότι πρόσφατα οι εργαζόμενοι απευθύνθηκαν με δημόσια έκκληση στον λαό της περιοχής για να συγκεντρώσουν αναγκαία μέσα για το νοσοκομείο.

Είναι φανερό ότι τα περιορισμένα και ανεπαρκή μέτρα της κυβέρνησης δεν καλύπτουν τις ελλείψεις του δημόσιου συστήματος υγείας – που ήταν γνωστές και πριν την πανδημία - και σε καμία περίπτωση δεν αντιστοιχούν με τις σύγχρονες ανάγκες του λαού και τις πραγματικές ανάγκες από την εξέλιξη της πανδημίας. Η ατομική ευθύνη, την οποία μονίμως επικαλείται η κυβέρνηση δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη συλλογική ευθύνη του κράτους, αλλά ούτε και να κρύψει τον αληθινό εχθρό, την «ανθυγιεινή» αντιλαϊκή πολιτική που ακολουθήθηκε όλα τα περασμένα χρόνια από τις ελληνικές κυβερνήσεις με βάση τις κατευθύνσεις της ΕΕ. Αυτή η βάρβαρη πολιτική έχει ως συνέπειες σήμερα τις τεράστιες ελλείψεις στο δημόσιο σύστημα Υγείας και στο νομό Ρεθύμνου.

 

ΕΡΩΤΑΤΑΙ ο κ. Υπουργός, ποια μέτρα προτίθεται να πάρει η Κυβέρνηση ώστε:

Να αυξηθεί γενναία η χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό για τις ανάγκες λειτουργίας του Γενικού Νοσοκομείου Ρεθύμνου και ιδιαίτερα σε συνθήκες πανδημίας.

Να γίνουν οι αναγκαίες προσλήψεις μόνιμου ιατρικού και λοιπού προσωπικού με πλήρη εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα, με επείγουσες διαδικασίες, για την κάλυψη όλων των κενών του Γενικού Νοσοκομείου Ρεθύμνου, ώστε να καλύπτονται πλήρως οι σύγχρονες, πραγματικές ανάγκες των κατοίκων της περιοχής με απολύτως δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και εξετάσεις, χωρίς πλαφόν και περικοπές, με κατάργηση των εισφορών στον κλάδο Υγείας και κατάργηση κάθε επιχειρηματικής δράσης.

Μονιμοποίηση όλων των επικουρικών και συμβασιούχων ελαστικά εργαζόμενων.

Στελέχωση όλων των δομών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ) στον Νομό Ρεθύμνου, ώστε να αποσυμφορηθεί το νοσοκομείο και να καλυφθούν οι αυξανόμενες ανάγκες του πληθυσμού.

Άνοιγμα όλων των κλινών ΜΕΘ του Γενικού Νοσοκομείου Ρεθύμνου, με τον απαραίτητο ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό και με πρόσληψη - εκπαίδευση του αναγκαίου προσωπικού για τη λειτουργία τους.

Να διασφαλιστούν τα αναγκαία μέσα και ο εξοπλισμός για την ουσιαστική προστασία όλων των εργαζομένων στις μονάδες Υγείας.

Να επιταχθούν ιδιωτικές ιατρικές υποδομές.

Να επιταχθούν ξενοδοχεία, στα οποία θα μπορούν να διαμένουν οι εργαζόμενοι των δημόσιων νοσοκομείων στη διάρκεια της επιδημίας, προκειμένου να προφυλάσσονται οι οικογένειές τους και οι ίδιοι.

Να αποκατασταθούν πλήρως τα επιδόματα εορτών και αδείας και να καταβληθεί ολόκληρο το Δώρο Πάσχα σε όλους τους εργαζόμενους στις μονάδες Υγείας.

Να επεκταθεί το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας και να ενταχθούν στα Βαρέα - Ανθυγιεινά Επαγγέλματα όλοι όσοι εργάζονται σε αντίστοιχες συνθήκες.

 

Οι Βουλευτές

 

Συντυχάκης Μανώλης

Κομνηνάκα Μαρία

Μανωλάκου Διαμάντω