Επιστήμη

Ανακαλύφθηκαν τα αρχαιότερα ίχνη αποτέφρωσης νεκρού στη Μέση Ανατολή

αρχαιολογικη ανακαλυψη - ισραηλ

Οι άνθρωποι στη Μέση Ανατολή είχαν αρχίσει την πρακτική της σκόπιμης και άμεσης αποτέφρωσης των νεκρών τους ήδη περίπου από το 7000 π.Χ., σύμφωνα με την ανακάλυψη που έκανε μια γαλλο-ισραηλινή επιστημονική ομάδα στο νεολιθικό οικισμό Μπεϊσαμούν, στο άνω μέρος της κοιλάδας του Ιορδάνη, στο βόρειο Ισραήλ, ο οποίος κατοικήθηκε από το 7200 έως το 6400 π.Χ.

Οι ανασκαφές έφεραν στο φως τα απομεινάρια ενός νεκρού που φαίνεται να είχε αποτεφρωθεί στο πλαίσιο μιας νεκρικής τελετής.

Πρόκειται για 355 οστά ενός νεαρού ενήλικα, άγνωστου φύλου και απροσδιόριστης αιτίας θανάτου, τα οποία φαίνεται να υποβλήθηκαν σε θερμοκρασίες έως 700 βαθμών Κελσίου λίγο μετά το θάνατό του (στα σύγχρονα αποτεφρωτήρια η θερμοκρασία συνήθως φθάνει τους 600 βαθμούς).

Ο λάκκος της αποτέφρωσης, με σχήμα U και διαστάσεις 80 Χ 60 εκατοστά, φαίνεται να κατασκευάστηκε ειδικά γι’ αυτόν το σκοπό, με άνοιγμα από πάνω και γερά τοιχώματα από κοκκινωπά λασπότουβλα.

Δεν είναι σαφές αν η σορός, που βρισκόταν μάλλον σε καθιστή θέση με τα γόνατα διπλωμένα προς το στήθος, βρισκόταν πάνω από την πυρά, μέσα σε αυτήν ή δίπλα της.

Η χρονολόγηση των ιχνών αποτέφρωσης μεταξύ του 7030 και του 6700 π.Χ. την καθιστά την αρχαιότερη γνωστή περίπτωση στη Μέση Ανατολή και ευρύτερα σε όλη τη νοτιοδυτική Ασία.

Μέχρι σήμερα η αρχαιότερη αποτέφρωση στην περιοχή χρονολογούνταν από την 6η χιλιετία προ Χριστού.

Ήταν μια μεταβατική περίοδος, κατά την οποία εγκαταλείπονταν οι -καθιερωμένες επί χιλιάδες χρόνια- παλαιότερες πρακτικές σε εκείνη την περιοχή, όπως η αφαίρεση του κρανίου του νεκρού και η ταφή του εντός του οικισμού, πράγμα που πιθανώς υποδηλώνει μια απομάκρυνση από τη λατρεία των προγόνων.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής την αρχαιοανθρωπολόγο δρα Φανί Μποκεντέν του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικής Έρευνας (CNRS) της Γαλλίας, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό PLoS One, ανακάλυψαν στην ίδια τοποθεσία τα αποτεφρωμένα υπολείμματα άλλων πέντε ενηλίκων.

Ανακαλύφθηκαν τα αρχαιότερα ίχνη αποτέφρωσης νεκρού στη Μέση Ανατολή
Ανακαλύφθηκαν τα αρχαιότερα ίχνη αποτέφρωσης νεκρού στη Μέση Ανατολή

Άλλες έρευνες έχουν δώσει ενδείξεις πως ήδη οι Νεάντερταλ έθαβαν τους νεκρούς τους πριν από 70.000 χρόνια, δηλαδή πριν από την εμφάνιση του Homo sapiens στην περιοχή.

Η αποτέφρωση είναι μια σχετικά πρόσφατη πρακτική.

Τα αρχαιότερα στον κόσμο βέβαια ίχνη αποτέφρωσης (ενός παιδιού) έχουν βρεθεί στην Αλάσκα και χρονολογούνται προ περίπου 11.500 ετών.

Ακόμη παλαιότερη, αλλά πιο αμφισβητούμενη, είναι η αποτέφρωση μιας γυναίκας στην Αυστραλία, στη λίμνη Μάνγκο της Νέας Νότιας Ουαλίας, πριν από περίπου 40.000 χρόνια, η οποία είχε ανακαλυφθεί το 1969.

Παραμένει άγνωστο πόσες φορές η αποτέφρωση των νεκρών επινοήθηκε ανεξάρτητα ανά τον κόσμο.

Επιστήμη

Τα επίπεδα ακτινοβολίας στην επιφάνεια της Σελήνης είναι 200 φορές μεγαλύτερα από τη Γη

Έρευνες για νερό στη σελήνη

Τα επίπεδα ακτινοβολίας στην επιφάνεια του φεγγαριού είναι 2,6 φορές μεγαλύτερα σε σχέση με τα αντίστοιχα στο Διεθνή Διαστημικό Σταθμό (ΔΣΣ), σύμφωνα με μια νέα γερμανο-κινεζική επιστημονική μελέτη, την πρώτη που κάνει αυτή τη σύγκριση. Γι' αυτό οι μελλοντικοί αστροναύτες στη Σελήνη θα χρειασθούν -λόγω των κινδύνων για την υγεία τους- κατάλληλα μέτρα προφύλαξης.

Η Αμερικανική Διαστημική Υπηρεσία (NASA), η οποία σχεδιάζει να στείλει στη Σελήνη αστροναύτες ξανά έως το τέλος του 2024 -τον πρώτο άνδρα μετά το 1972 και την πρώτη γυναίκα στην ιστορία- στο πλαίσιο του νέου προγράμματος «'Αρτεμις», νοιάζεται να τους προστατεύσει από την ακτινοβολία. Αρχικά το πρώτο ζευγάρι Αμερικανών αστροναυτών αναμένεται να μείνει περίπου μια εβδομάδα στο φεγγάρι, υπερδιπλάσιο χρόνο από ό,τι τα πληρώματα των αποστολών «Απόλλων» πριν μισό αιώνα, τα οποία διέθεταν φορητά δοσίμετρα ακτινοβολίας. Αργότερα και εφόσον δημιουργηθεί κάποια βάση στη Σελήνη, οι αποστολές θα διαρκούν ένα έως δύο μήνες. Το επόμενο βήμα για τη NASA θα είναι η αποστολή αστροναυτών στον 'Αρη μέσα στη δεκαετία του 2030.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον δρα Τόμας Μπέργκερ του Γερμανικού Αεροδιαστημικού Κέντρου, οι οποίοι χρησιμοποίησαν το όργανο LND (Lunar Neutron and Dosimetry) που βρίσκεται στο ρομποτικό κινεζικό σκάφος Chang'e-4 (προσεληνώθηκε στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού τον Ιανουάριο του 2019) και έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό "Science Advances", μπόρεσαν για πρώτη φορά να μετρήσουν με ακρίβεια τα επίπεδα ακτινοβολίας στη σεληνιακή επιφάνεια.

Η μέτρηση αποκάλυψε μια μέση δόση ακτινοβολίας της τάξης των 60 μικροσίβερτς την ώρα. Συγκριτικά, οι επιβάτες μιας υπερατλαντικής πτήσης μεταξύ Φρανκφούρτης-Νέας Υόρκης εκτίθενται σε δόσεις πέντε έως δέκα φορές χαμηλότερες, ενώ στη επιφάνεια της Γης η μέση ακτινοβολία είναι περίπου 200 φορές μικρότερη.

«Οι άνθρωποι δεν είμαστε φτιαγμένοι να αντέχουμε τη διαστημική ακτινοβολία. Όμως οι αστροναύτες μπορούν και πρέπει να προστατευθούν όσο είναι δυνατό στη διάρκεια της μακράς παραμονής τους στο φεγγάρι, για παράδειγμα καλύπτοντας τα οικήματα τους με ένα παχύ στρώμα σεληνιακού εδάφους πάχους 50 έως 80 εκατοστών», δήλωσε ο φυσικός δρ Ρόμπερτ Βίμερ-Σβαϊνγκρούμπερ του Πανεπιστημίου του Κιέλου.

Τα επίπεδα ακτινοβολίας αναμένεται να είναι περίπου τα ίδια οπουδήποτε πάνω στη Σελήνη, με εξαίρεση κοντά στα τοιχώματα των βαθιών κρατήρων. «Βασικά, όσο λιγότερο βλέπει κανείς τον ουρανό από το φεγγάρι, τόσο το καλύτερο. Αυτός είναι η πρωταρχική πηγή ακτινοβολίας», ανέφερε ο ίδιος.

Τα επίπεδα ακτινοβολίας που βρήκε η νέα μελέτη, συμφωνούν σε μεγάλο βαθμό με αυτά που έχουν προκύψει από άνωθεν μετρήσεις αμερικανικού σκάφους, το οποίο βρίσκεται σε τροχιά γύρω από τη Σελήνη εδώ και χρόνια.

Η διαστημική ακτινοβολία, η οποία αποτελείται από φορτισμένα σωματίδια όπως τα πρωτόνια και οι βαρείς πυρήνες χωρίς ηλεκτρόνια, μπορεί να διαπεράσει το ανθρώπινο δέρμα και να προξενήσει βλάβες στο DNA και καρκίνο. Προέρχεται από δύο βασικές πηγές: τις ισχυρές ηλιακές εκλάμψεις που βομβαρδίζουν περιοδικά τη Σελήνη και τη συνεχή «βροχή» γαλαξιακών κοσμικών ακτίνων από το βαθύ διάστημα.

Αντίθετα με τη Γη, η Σελήνη δεν διαθέτει μαγνητικό πεδίο που να προστατεύει από την ηλιακή και κοσμική ακτινοβολία. Επιπλέον, υπάρχει ο κίνδυνος από τις ακτίνες-γάμα που παράγονται από τις αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στη διαστημική ακτινοβολία και στο σεληνιακό έδαφος.