Αφιερωματα

Η νίκη του 5ου Συντάγματος όπου Τρικαλινοί και Καρδιτσιώτες ταπείνωσαν τον Μουσολίνι

28η οκτωβρίου

Στα μεγάλα και αξιοθαύμαστα ιστορικά γεγονότα της νεότερης ιστορίας των Ελλήνων συγκαταλέγεται και η ηρωική αντίσταση και το πνεύμα θυσίας για την τιμή της πατρίδας που επέδειξε ο Ελληνικός Στρατός, συνεπικουρούμενος από τον ελληνικό λαό, κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-41. Τότε οι Έλληνες όχι μόνο απέκρουσαν τον αριθμητικά και υλικά ασυγκρίτως υπέρτερο εισβολέα, αλλά τον υποχρέωσαν σε ταπεινωτική ήττα.

Σ' αυτό το έπος ξεχωρίζουν δύο καθοριστικές πολυήμερες μάχες, σύμφωνα με όσα δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο φιλόλογος –δρ. ιστορίας εκπαίδευσης Θεόδωρος Νημάς. «Αυτές ήταν η Μάχη της Πίνδου και η Τιτανομαχία του Υψώματος 731». Και στις δύο, πρωταγωνιστές, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν οι Θεσσαλοί που πολέμησαν μέσα από τις μονάδες της Ι Μεραρχίας (Λαρίσης), δηλαδή το 4ο Σύνταγμα Λαρίσης, το 5ο Σύνταγμα Τρικάλων, το 2ο Σύνταγμα Βόλου, το 51ο Σύνταγμα Τρικάλων, το 52ο Σύνταγμα Λαρίσης και την Ταξιαρχία Ιππικού Λαρίσης. Στη Μάχη της Πίνδου (28 Οκτωβρίου – 13 Νοεμβρίου 1940) η Ι Μεραρχία ήταν αυτή που αντιμετώπισε επιτυχώς την ιταλική μεραρχία «Τζούλια», η οποία είχε επιτεθεί στον τομέα τής Πίνδου. Η απόκρουσή της ανέτρεψε τα σχέδια του Ιταλού δικτάτορα Μπ. Μουσολίνι για ταχεία προέλαση και κατάληψη της Ελλάδος. Στην Τιτανομαχία του Υψώματος 731 (9-24 Μαρτίου 1941), κατά την οποία οι Έλληνες απέκρουσαν την καλά προετοιμασμένη μεγάλη Εαρινή Ιταλική Επίθεση και ταπείνωσαν τον Μουσολίνι, που παρακολουθούσε από κοντά την πολυήμερη μάχη, πρωταγωνιστές κατά τις πρώτες ημέρες ήταν και πάλι οι Θεσσαλοί, ιδίως δε το 5ο Σύνταγμα Πεζικού Τρικάλων, στο οποίο υπηρετούσαν κυρίως Τρικαλινοί και Καρδιτσιώτες, σημειώνει ο κ. Θεόδωρος Νημάς.

Μιλώντας ο κ. Νημάς για την Τιτανομαχία του Υψώματος 731, τονίζει πως η Ιταλική Εαρινή Επίθεση άρχισε στις 6 π.μ. της 9ης Μαρτίου 1941 σε ολόκληρο τον τομέα της Ι Μεραρχίας, ο οποίος συγκλονίστηκε από ορυμαγδό εκρήξεων βλημάτων πυροβολικού παντός διαμετρήματος και βαρέων όλμων που κράτησε δυόμιση ώρες. Τα πάντα ανασκάφτηκαν από 100.000 βλήματα που έπεσαν στις ελληνικές θέσεις. Το μανιακό σφυροκόπημα συγκεντρωνόταν στα υψώματα 731 και Μπρέγκου Ράπιτ, καθώς και στο Κιάφε-Λούζιτ, τα οποία υπεράσπιζε το 5ο Σύνταγμα Πεζικού.

Με το φως της ημέρας στα 400 πυροβόλα και τους 300 βαρείς όλμους προστέθηκαν και τα πυρά της ιταλικής αεροπορίας (περίπου 190 αεροσκάφη στον κεντρικό τομέα). Ήδη το ύψ. 731 είχε κατεβεί κατά 5 μέτρα! Στις 9 το πρωί, συνεχίζει ο κ. Νημάς, άρχισε η κανονική επίθεση κατά των Υψωμάτων 731 και Μπρέγκου Ράπιτ από το ιταλικό πεζικό, το οποίο προχωρούσε με τη βεβαιότητα ότι στα υψώματα αυτά δεν θα υπήρχε πια κανένας ζωντανός.

Όμως, με την βοήθεια του ελληνικού πυροβολικού, οι Έλληνες έκαναν το θαύμα. Οι επιζώντες Έλληνες μαχητές την κατάλληλη στιγμή βγήκαν από τα χαρακώματά τους και με εφ'όπλου λόγχη και την κραυγή «ΑΕΡΑ» αντεπιτέθηκαν στους πολυάριθμους Ιταλούς, οι οποίοι αποκρούστηκαν και υποχώρησαν καταδιωκόμενοι. Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε έως 5 φορές την ημέρα και για πολλές ημέρες. Κατά τις τέσσερις πρώτες ημέρες της Εαρινής Ιταλικής Επιθέσεως, στα Υψώματα 731 και Μπρέκου Ράπιτ, όπου ήταν ταγμένο το 5ο Σύνταγμα Πεζικού, οι απώλειες ήταν: Αξιωματικοί νεκροί 6 και τραυματίες 8. Οπλίτες νεκροί 119 και τραυματίες 425, εξαφανισθέντες δε 27. Συνολικά οι εκ του Νομού Τρικάλων νεκροί του Πολέμου (αξιωματικοί και οπλίτες) είναι 441.

Αφιερωματα

Σαν σήμερα 13 Αυγούστου: Η μεγαλειώδης τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας

ολυμπιακοι αγωνες

Εντυπωσιακή και ταυτόχρονα λιτή. Συγκινητική και με έντονα ιστορικά στοιχεία. Το θέαμα μεγαλειώδες, φαντασμαγορικό, ευρηματικό, χωρίς υπερβολές, με μέτρο.

Η τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας ήταν η καλύτερη αφετηρία για την 28η διοργάνωση. Το πανανθρώπινο μήνυμα εστάλη σε ολόκληρον τον πλανήτη: άμιλλα, ειρήνη, συμμετοχή, συναδέλφωση.

Η τελετή ξεκίνησε στις 20:45. Ένας κομήτης άναψε τους πέντε Ολυμπιακούς Κύκλους στο κέντρο του Σταδίου, ενώ το ρυθμό, στους χτύπους της καρδιάς, κρατούσαν τα τύμπανα και οι εθελοντές στις κερκίδες επέτειναν τη συναισθηματική φόρτιση.

Ένα χάρτινο καραβάκι, στο κέντρο του Σταδίου, ταξίδευε με ένα μικρό αγόρι, όπως τα όνειρά μας, για ειρήνη. Ένα μήνυμα από τη Μεσόγειο, από την Ελλάδα.

Ο φωτεινός Κένταυρος, που με το ακόντιό του στόχευε το κυκλαδικό ειδώλιο, πάνω στο οποίο αποτυπώνονταν γεωμετρικές πράξεις. Μέσω λέιζερ διασπάστηκε σε Κούρο και στη συνέχεια στον Ερμή του Πραξιτέλους.

Έπειτα, ένα πανέμορφο άρμα πολλών μέτρων παρουσίασε σαν σε… ταινία την ελληνική ιστορία, από το μινωικό πολιτισμό στο Χρυσό Αιώνα, από την Ελληνιστική Εποχή στο μεσαιωνικό ελληνισμό και από τον αγώνα για την ελευθερία στους νεότερους ελληνικούς χρόνους.

Όλη η παράσταση, της τελετής έναρξης, μια ζωντανή τοιχογραφία, που επέτρεπε στη φαντασία όλων να συνδεθεί με την ιστορία της Ελλάδας και των Ολυμπιακών Αγώνων, την ελευθερία και την ανακωχή.

Η παρέλαση των αθλητών των 202 κρατών που πήραν μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες έγινε υπό τους ήχους του Τιέστο, του διασημότερου dj στον κόσμο, μια πραγματική πρωτοτυπία από την Οργανωτική Επιτροπή.

Τη θέση των εμβατηρίων και των ήχων από συνθέσεις του Μάνου Χατζιδάκι, που κυριάρχησαν στην αρχή της τελετής, πήρε η δυνατή μουσική.

Ο Πύρρος Δήμας ήταν αυτός που έκανε πρώτος την είσοδό του στο πανέμορφο Ολυμπιακό Στάδιο με την ελληνική σημαία, ενώ τελευταία μπήκε η ελληνική αποστολή.

Η στιγμή της παρέλασης που έκλεψε την παράσταση ήταν η παρουσία της Κορέας, αφού δεύτερη φορά Νότια και Βόρεια Κορέα εμφανίστηκαν ενωμένες.

Η ισλανδή Μπιοργκ με εντυπωσιακό φόρεμα ερμήνευσε το τραγούδι Oceania, που γράφτηκε ειδικά για την τελετή έναρξης.

Η ολυμπιακή σημαία

Οκτώ εκπρόσωποι του ελληνικού αθλητισμού μετέφεραν την ολυμπιακή σημαία: ο Μιχάλης Μουρούτσος (χρυσός ολυμπιονίκης στο Σίδνεϊ το 2000 στην κατηγορία των 58 κιλών του ταεκβοντό), ο Πέτρος Γαλακτόπουλος (αργυρός ολυμπιονίκης στο Μόναχο το 1972 στην κατηγορία των 74 κιλών της ελληνορωμαϊκής πάλης, χάλκινος ολυμπιονίκης στο Μεξικό το 1968 στην κατηγορία των 70 κιλών της ελληνορωμαϊκής πάλης), η Νίκη Μπακογιάννη (αργυρή ολυμπιονίκης στην Ατλάντα το 1996 στο άλμα εις ύψος), ο Ηλίας Χατζηπαυλής (αργυρός ολυμπιονίκης στο Μόναχο το 1972 στην κατηγορία Φιν της ιστιοπλοΐας), ο Δημοσθένης Ταμπάκος (αργυρός ολυμπιονίκης στο Σίδνεϊ το 2000 στην ενόργανη γυμναστική, στο άθλημα των κρίκων), ο Βαλέριος Λεωνίδης (αργυρός ολυμπιονίκης στην Ατλάντα το 1996 στην κατηγορία των 64 κιλών της άρσης βαρών), ο Λεωνίδας Κόκας (αργυρός ολυμπιονίκης στην Ατλάντα το 1996 στην κατηγορία των 94 κιλών της άρσης βαρών) και ο Άγγελος Μπασινάς (μέλος της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου της Ελλάδας, πρωταθλήτριας Ευρώπης το 2004).

Η ελληνίδα κολυμβήτρια Ζωή Δημοσχάκη έδωσε τον όρκο του αθλητή, ενώ ο έλληνας διαιτητής μπάσκετ Λάζαρος Βορεάδης τον όρκο του κριτή.

Κακλαμανάκης… ο τελευταίος

Όσο η τελετή πλησίαζε στο τέλος της, όλοι ανέμεναν να αποκαλυφθεί και το τελευταίο «μυστικό» της βραδιάς.

Το μοναδικό που οι διοργανωτές είχαν φροντίσει να κρατήσουν επτασφράγιστο και ο κόσμος ανυπομονούσε να μάθει.

Οι επτά τελευταίοι λαμπαδηδρόμοι ήταν ήδη γνωστοί από το πρωί, ποιος από αυτούς όμως θα είχε την ύψιστη τιμή να ανάψει το βωμό στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας;

Ύστερα από ένα μοναδικής έμπνευσης οπτικό εφέ με λαμπαδηδρόμους να πετούν μέσα στο Ολυμπιακό Στάδιο, στο γήπεδο μπήκε ο Νίκος Γκάλης. Εθνική μπάσκετ, Άρης, πόσες αναμνήσεις πέρασαν από το μυαλό όλων…

Ο «Νικ», που ανέκαθεν ήταν καλός στις ασίστ, πέρασε τη δάδα στο «στρατηγό» Μίμη Δομάζο κι αυτός με ακρίβεια την έδωσε στη Βούλα Πατουλίδου.

Δεν υπήρχε περίπτωση να βρεθεί εμπόδιο που να σταματήσει τη Βούλα, πριν παραδώσει τη φλόγα στον Κάχι Καχιασβίλι και εκείνος στον Ιωάννη Μελισσανίδη, που αποθεώθηκε.

Τελικά ο κλήρος έπεσε στη… θάλασσα. Ο Νίκος Κακλαμανάκης δάμαζε με το μιστράλ του τα κύματα στην Ατλάντα, όταν κατακτούσε το χρυσό μετάλλιο το 1996. Στα 35 του έγινε ο αθλητής που έγραψε για πάντα το όνομά του στην ολυμπιακή ιστορία, ως ο τελευταίος λαμπαδηδρόμος των Αγώνων.

Πέρασε ανάμεσα από τους αθλητές που ήταν συγκεντρωμένοι στον αγωνιστικό χώρο και έφτασε κάτω από το βωμό που στηριζόταν σε δύο τεράστιους βραχίονες. Ο βωμός άρχισε να κατεβαίνει μηχανικά προς τον ολυμπιονίκη, ο οποίος παρουσίασε τελευταία φορά τη φλόγα στο κοινό.

Άναψε το βωμό και εκείνος υψώθηκε ξανά προς τον ουρανό, απ’ όπου έμελλε να φωτίσει την Αθήνα και ολόκληρη τη Γη τις επόμενες 16 ημέρες.

Η ώρα ήταν 12:06 π.μ. της 14ης Αυγούστου 2004. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες είχαν επιστρέψει σπίτι τους.

Οι ηγέτες που έδωσαν το «παρών» στην τελετή

Πλήθος επωνύμων βρέθηκαν στις εξέδρες του Ολυμπιακού Σταδίου, στην τελετή έναρξης των 28ων Ολυμπιακών Αγώνων. Αρχηγοί κρατών, αλλά και άνθρωποι του θεάματος και της τέχνης.

Κάτω από δρακόντεια μέτρα ασφαλείας 35 αρχηγοί κρατών και εστεμμένοι παρακολούθησαν την εντυπωσιακή τελετή έναρξης.

Μεταξύ των ηγετών που παρακολούθησαν την τελετή ήταν: ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Τάσσος Παπαδόπουλος, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας της Τσεχίας, Βάτσλαβ Κλάους, ο πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν, Ιλχάμ Αλίεφ, ο πρόεδρος της Αγκόλας, Φερνάντο Ντος Σάντος, ο πρόεδρος του Καζακστάν, Νουρσουλτάν Ναζαρμπάγιεφ, ο πρόεδρος της Ρουμανίας, Ίον Ιλιέσκου, ο πρόεδρος της Γερμανίας, Χορστ Κέλερ, ο πρόεδρος της Σερβίας-Μαυροβουνίου, Ζβέτοζαρ Μάροβιτς και ο πρόεδρος της Ιταλίας, Κάρλο Ατζέλιο Τσιάμπι.

Το «παρών» έδωσαν επίσης οι συναρχηγοί του κράτους του Αγίου Μαρίνου, Μαρίνο Ρικάρντι και Πάολο Μπολίνι, η βασίλισσα Σοφία της Ισπανίας μαζί με την κόρη της Ινφάντα Ελένα, ο πρίγκιπας Γιόαχιμ της Δανίας, ο πρίγκιπας διάδοχος της Νορβηγίας Μάγκνους Χάακον, ο βασιλιάς Αλβέρτος του Βελγίου μαζί με τη βασίλισσα Πάολα, ο πρίγκιπας Φρέντερικ και η πριγκίπισσα Μαίρη της Δανίας.

Στο Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας παρέστησαν ακόμη οι πρωθυπουργοί του Κιρζιστάν, Νικολάι Τανάγιεφ, της Λιθουανίας, Αλγκίρντας Μπραζάουσκας, της Αλβανίας, Φάτος Νάνο, της Βρετανίας, Τόνι Μπλερ, της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, Αντνάν Τέρζιτς, της (τότε) Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, Χάρι Κόστοφ, της Λετονίας, Ίντουλα Έμσις, της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, της Νορβηγίας, Κίελ Μάγκνε Μπούντεβικ, και της Ολλανδίας, Γιαν Πέτερ Μπαλκενέντε.

Τέλος, παρούσα ήταν η Ζανέλα Μπέκι, σύζυγος του προέδρου της Νοτίου Αφρικής, Τάμπο Μπέκι, καθώς και η σύζυγος του λίβυου ηγέτη Μουαμάρ Καντάφι, Αλ Κάλεντ-Φατέα.