Επιστήμη

Η ατμοσφαιρική ρύπανση επιβαρύνει την υγεία (και) των νεφρών

νεφρά

Οι άνθρωποι που ζουν σε περιοχές με αυξημένα επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης, αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν νόσο των νεφρών, σύμφωνα με μια νέα αμερικανική επιστημονική μελέτη. Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι η ρύπανση του αέρα μπορεί να έχει επιπτώσεις στην υγεία διαφόρων οργάνων του σώματος πέρα από τους πνεύμονες, αλλά ελάχιστα έως τώρα είχε συσχετιστεί με τα νεφρά, τα οποία φιλτράρουν το αίμα.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον δρα Μάθιου Μπλουμ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Τζονς Χόπκινς της Βαλτιμόρης, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό της Αμερικανικής Εταιρείας Νεφρολογίας (CJASN), ανέλυσαν στοιχεία για σχεδόν 11.000 ενήλικες σε βάθος 12ετίας. Οι επιστήμονες συσχέτισαν το μηναίο μέσο επίπεδο μικροσωματιδίων στην περιοχή διαμονής καθενός ατόμου (προερχόμενων κυρίως από καύση ορυκτών καυσίμων και βιομηχανίες), με την κατάσταση της υγείας των νεφρών του.

Διαπιστώθηκε ότι όσο μεγαλύτερη ήταν η έκθεση ενός ανθρώπου στη ρύπανση της ατμόσφαιρας, τόσο μεγαλύτερη ήταν αφενός στην αρχή της μελέτης η πιθανότητα για πρωτεϊνουρία ή λευκωματουρία -αυξημένα επίπεδα πρωτεΐνης (λευκώματος) στα ούρα, κάτι που αποτελεί βασικό δείκτη νεφρικής δυσλειτουργίας- και αφετέρου η διάγνωση χρόνιας νεφρικής νόσου (ΧΝΝ) στη διάρκεια της έρευνας. 

«Καθώς τα περιστατικά ΧΝΝ αυξάνονται παγκοσμίως, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε εάν και πώς η ρύπανση παίζει ρόλο», δήλωσε ο Μπλουμ, ο οποίος τόνισε ότι όσο περισσότερο μια χώρα εμφανίζει υψηλά επίπεδα ρύπανσης του αέρα (π.χ. Κίνα, Ινδία κ.α.), τόσο επιβαρύνεται η νεφρική υγεία των κατοίκων της.

Επιστήμη

Μελέτη αποκαλύπτει πότε είναι πιο δύσκολο να κόψει κάποιος το κάπνισμα

κάπνισμα

Όσο πιο νωρίς στη ζωή του αρχίζει κάποιος να καπνίζει, τόσο πιθανότερο είναι να παραμείνει καθημερινός καπνιστής όταν μεγαλώσει και τόσο πιο δύσκολο είναι να το κόψει, σύμφωνα με μία νέα διεθνή επιστημονική έρευνα, την πιο μακρόχρονη του είδους της μέχρι τώρα.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή δημόσιας υγείας Ντέιβιντ Τζέικομπς του Τμήματος Επιδημιολογίας του Πανεπιστημίου της Μινεσότα, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο αμερικανικό ιατρικό περιοδικό "Journal of the American Heart Association", ανέλυσαν στοιχεία για περισσότερα από 6.600 άτομα σε τρεις χώρες (ΗΠΑ, Φινλανδία, Αυστραλία), από την παιδική ηλικία έως μετά τα 40 τους χρόνια.

"Βρήκαμε ότι το παιδικό κάπνισμα οδηγεί στο ενήλικο κάπνισμα. Ακόμη και το πειραματικό κάπνισμα τσιγάρου από ένα παιδί οποιασδήποτε ηλικίας πρέπει να αποθαρρύνεται ξεκάθαρα", δήλωσε ο δρ Τζέικομπς.

Η μελέτη διαπίστωσε ότι οι έφηβοι που κάπνιζαν περισσότερο, καθώς και τα παιδιά που άρχισαν να καπνίζουν σε μικρή ηλικία, είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να καπνίζουν καθημερινά μετά την ενηλικίωση τους και μικρότερη πιθανότητα να σταματήσουν το κάπνισμα μετά τα 40 τους. Ακόμη και τα παιδιά που απλώς είχαν δοκιμάσει λίγα τσιγάρα, ήταν πιθανότερο να καταλήξουν καθημερινοί καπνιστές, όταν μεγάλωναν.

Το ποσοστό των καθημερινών καπνιστών μετά την ηλικία των 20 ετών ήταν 8% για όσους είχαν δοκιμάσει τσιγάρο για πρώτη φορά στα 18 έως 19 τους, 33% για όσους κάπνισαν πρώτη φορά στα 15 έως 17 τους, 48% για όσους ξεκίνησαν το κάπνισμα στα 13 έως 14 τους και 50% για εκείνους που έβαλαν το πρώτο τσιγάρο στο στόμα τους σε ηλικία έξι έως 12 ετών. Μόνο το 2,6% όσων ξεκίνησαν το κάπνισμα μετά τα 20 τους, συνέχισαν να καπνίζουν μετά τα 40 τους.

Η συχνότητα του καπνίσματος στην παιδική και εφηβική ηλικία ήταν παρόμοια και στις τρεις χώρες της μελέτης.

Πηγή: ΑΠΕ