Είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια η ζωή των Ελλήνων στη συντριπτική πλειονότητα άλλαξε προς το χειρότερο, και σε αρκετ
Ο βασικός χρηματοδότης της εθνικής μας οικονομίας, πλην των ευρωπαϊκών ταμείων, είναι ο τουρισμός. Ο οποίος μάλιστα...
Το νέο σύντομο ανέκδοτο είναι "έλληνας Τουρίστας". Μου το 'λεγε ξενοδόχος που χρόνια προτιμούσε τον εγχώριο τουρισμό και σ' αυτόν στήριζε τη δραστηριότητά του. Φέτος οι έλληνες δεν έχουν διάθεση και χρήματα για διακοπές. Ο ίδιος, έχοντας μέτρο σύγκρισης από το τι εστί "κιμπάρης" προ ετών έλληνας πελάτης στο ξενοδοχείο του, αναπολούσε εκείνες τις εποχές.Και οι συγκρίσεις με τους τωρινούς Ρώσους και Άγγλους πελάτες του ήταν αναπόφευκτες. Παρατηρούσαμε τα τραπέζια γύρω μας: ένα ζευγάρι Άγγλων είχε παραγγείλει μία χωριάτικη σαλάτα κι ένα μπουκάλι νερό. Μία οικογένεια ρώσων με δύο κουτσούβελα έπινε καφέδες και πορτοκαλάδες. Η ώρα ήταν 2 το μεσημέρι. Σχολίασα χαρούμενα το τραπέζι μίας μεγάλης παρέας που ήταν διάσπαρτο από μισοάδεια πιάτα, Κούνησε το κεφάλι περίλυπος και μου εξήγησε μονολεκτικά: "Πακέτο". Κατάλαβα. Η τιμή κράτησης περιελάμβανε και το φαγητό. - Να δεις τι γίνεται το βράδυ, μου είπε ο ξενοδόχος κι εξηγήθηκε: "Φέτος τα γραφεία μας υποχρέωσαν να παρέχουμε και κάποιες ώρες ποτό δωρεάν. Κρασιά, ρακές, ούζο και αναψυκτικά για τα παιδιά. Το μπαρ ανοίγει στις 9 και μέχρι τις 11 είναι πάντα γεμάτο. Πίνουν το βόσπορο, στην υγειά του .. κορόϊδου. Δηλαδή, εμένα. Και μετά η Όλγα σου μιλάει για success story στον Τουρισμό. Γύρισα το βλέμμα στην πισίνα του ξενοδοχείου. Κορμιά απλωμένα νωχελικά στον ήλιο, χωρίς καμία διάθεση για εξερεύνηση ή περιπέτεια. "Ξημεροβραδιάζονται εκεί" μου είπε σαν να διάβασε τη σκέψη μου. "Η εικόνα που θα πάρουν φεύγοντας από την Κρήτη θα είναι η πισίνα μου και οι πόζες που τράβηξαν μπροστά της. Θα πάρουν επίσης τις φωτογραφίες τους στο μπαρ, την τραπεζαρία, άντε και στο μπαλκόνι του δωματίου. Οι πιο "περιπετειώδεις" θα αποθανατίσουν και τη διαδρομή τους προς το αεροδρόμιο. Τους λέω να πάνε στην Κνωσό, να βγουν μία βόλτα στην πόλη, να κατέβουν έστω μέχρι την παραλία και μου απαντάνε μονότονα: Νο, my friend, it is ok here". Θυμήθηκα την παλιά ταινία με την ... χίπισσα Ρένα Βλαχοπούλου, που της κατσικώθηκε ο "τουρίστας" γαμπρός και έβαζε μέρα νύχτα προκλητικά τα πόδια πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού της, χωρίς καμία διάθεση να ξεμυτίσει από το δωμάτιο. Που να 'ξερε ο αξέχαστος Βασίλης Τσιβιλίκας τότε, πως ενσάρκωνε προφητικά τους μελλοντικούς τουρίστες της Κρήτης; Αυτούς που σήμερα κατσικώνονται στις πισίνες των ξενοδοχείων μας, τρώνε και πίνουν αραχτοί και βαριεστημένοι κι εμείς επιμένουμε να τους βαφτίζουμε "καλή τύχη" για το τουριστικό μας προϊόν και ... success story.
Εικόνα εγκατάλειψης παρουσιάζουν τα ενετικά τείχη του Ηρακλείου σε ένα μεγάλο μέρος τους. Σκουπίδια , ξεχαρβαλωμένα...
Η Μ. μου αφηγήθηκε μία ενδιαφέρουσα ιστορία. Χρόνια πριν βρέθηκε τυχαία σε pet shop της Ανατολικής Κρήτης την ώρα που ο ιδιοκτήτης του καταστήματος ήταν έτοιμος να μεταφέρει στον κάδο απορριμμάτων μία θαλάσσια χελώνα. Ήταν μικρή και ... ολοζώντανη. Η Μ. τον ρώτησε εξοργισμένη για ποιο λόγο αποφάσισε να την πετάξει στα σκουπίδια. Εκείνος ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους και της είπε "Την παρήγγειλαν, την έφερα και τώρα δεν τη θέλουν. Τι να την κάνω;" Η κοπέλα επέστρεψε χωρίς δεύτερη σκέψη στο σπίτι της με την νεροχελώνα τοποθετημένη σε μία λεκάνη με λίγο νερό. Σύντομα διαπίστωσε γιατί οι άνθρωποι που την παρήγγειλαν δεν την πήραν στο δικό τους σπίτι. Το ερπετό ήθελε πολύ ιδιαίτερες συνθήκες διαβίωσης: ενυδρείο θερμαινόμενο με ειδικά φίλτρα καθαρισμού, τροφή κοστοβόρα κι ένα σωρό άλλα πράγματα που δεν ήταν έτοιμη να φορτωθεί. Εν τούτοις, το έκανε. Η χελώνα παραμένει κομμάτι της καθημερινότητάς της και το ... κατοικίδιο που δεν επέλεξε αλλά έσωσε από το μύλο του απορριμματοφόρου τη τελευταία στιγμή. Μόνο που το άλλοτε μικρό "χελωνονιντζάκι" μεγαλώνει απότομα κι η Μ. προβληματίστηκε όταν κατάλαβε πως δεν πρόκειται απλώς για μία ντόπια νεροχελώνα αλλά για την ποταμίσια χελώνα της άλλης πλευράς του Ατλαντικού. Το ξενόφερτο είδος με τα κόκκινα μάτια ζει στα ποτάμια και τα ρυάκια που βρίσκονται στο Τέξας, την Οκλαχόμα, το Μιzούρι, το Ιλλινόϊς, το Κεντάκι, το Τενεσσί και την Αλαμπάμα. Μόνο που τώρα ζει και στο ενυδρείο της φίλης μου κι ίσως σε πολλά ακόμη ενυδρεία ανά τον κόσμο. Σύντομα θα ξεπεράσει σε μήκος τα 30 εκατοστά και τότε οι ... κατά λάθος ιδιοκτήτες της θα πρέπει να μπουν σε νέες περιπέτειες για να της επεκτείνουν την κατοικία της. Η διαφορά βέβαια βρίσκεται στο ότι η Μ. έμπλεξε σ' αυτή την υπόθεση αλλά ξέρει καλά τι ΔΕΝ πρέπει να κάνει. Να την αφήσει δηλαδή σε ποτάμι ή σε κάποια παραλία. Είναι η εύκολη λύση για όσους παγιδεύονται με τέτοιες "αγορές" και σύντομα αντιμετωπίζουν αδιέξοδο με τον χώρο. Έτσι οι ποταμίσιες νεροχελώνες της Ελλάδας έχουν ήδη εκτοπιστεί ενώ οι λουόμενοι του καλοκαιριού σύντομα θα κολυμπούν πλάι σε κοκκινομάτικα ... χελωνονιντζάκια, που άλλοτε θα τα λέμε Σήφηδες κι άλλοτε Μανούσους, γιατί στο βωμό του εμπορίου πήραν εντοπιότητα και γίνανε κρητικάτσα. Υ.Γ. Ο Σήφης του ... Ρεθύμνου μπορεί να μας έδωσε το έναυσμα για να ξαναβρούμε το χιούμορ στην επικαιρότητα (που συνήθως είναι βλοσυρή) αλλά πίσω του σέρνει τόνους υλικού για σοβαρή ψυχανάλυση. Όχι τόσο του εκκεντρικού που τον έφερε και τον παράτησε στο φράγμα ή του εμπόρου που τον μετέφερε στην Κρήτη αλλά αυτών που θεσπίζουν νόμους ασύδοτης διακίνησης τέτοιων ειδών, με κίνδυνο να αλλοιώσουν πλήρως το οικοσύστημα της Κρήτης. Άλλοτε εισάγοντας φίδια ή νεροχελώνες κι άλλοτε κροκόδειλους και λιοντάρια. Μόνο από μαϊμούνια είμαστε πλήρεις. Μ.Κ.
Βιώνοντας καθημερινά την απόλυτη Πρωταπριλιά της ελληνικής πραγματικότητας είναι να αναρωτιέσαι ποιος ακήρυχτος πόλεμος κατέστρεψε τις ζωές μας. Τα πρώτα χρόνια –βοηθούντος του «μαζί τα φάγαμε» του κυρίου Πάγκαλου- χειραγωγηθήκαμε στο συμπέρασμα ότι η τεχνηέντως διογκούμενη διαφθορά της κοινωνίας και της πολιτικής, μας οδήγησε με μαθηματική ακρίβεια στην έκρηξη της φούσκας που συγκροτούσε τον οικονομικό και κοινωνικό ιστό μας. Με τις Τράπεζες να τραβούν το χαλί των υπερδανεισμένων νοικοκυριών, τους διεθνείς κερδοσκόπους να πιέζουν την οικονομία της χώρας, τους εξαρτώμενους πολιτικάντηδες να παραδίδουν στους δανειστές αμαχητί κάθε εθνικό πλούτο, η Ελλάδα κατάντησε σύντομα το μεγαλύτερο κολαστήριο του πλανήτη. Όμως η σήψη μας -από μόνη της- δεν φτάνει πλέον να αιτιολογήσει όσα δεινά συμβαίνουν γύρω μας. Μοιάζει αδιανόητο παιδιά και ενήλικες να λιμοκτονούν σε ευρωπαϊκή χώρα, τραγικά στοιχεία ανεργίας να δίνονται (πάντα επίτηδες με καθυστέρηση μηνών) και μία παρέα κλεπτοκρατών να επιμένει μονότονα πως οι Έλληνες φοροδιαφεύγουν και πρέπει να τιμωρηθούν ασύστολα. Όταν ταυτόχρονα οι καθ' ύλην αρμόδιοι φτιάχνουν λίστες για να ξεπουλήσουν κάθε αξιόλογη ακτή της χώρας κι όταν το ίδιο το ΔΝΤ ψελλίζει ανόητες δικαιολογίες περί λάθους στους συντελεστές της φτωχοποίησής μας είναι καιρός να κατανοήσουμε πλέον πως κάτι που ξεπερνά τα δικά μας λάθη είναι η αιτία των συμφορών μας. Το συμπέρασμα μου ξαναφέρνει στο νου την παραβολή του Σαββόπουλου με το καλύτερο οικόπεδο του πλανήτη και την ... ατυχή τύχη των ενοίκων του. Έμοιαζε εξ αρχής πιθανό να είμαστε θύματα μιας συνωμοσίας ισχυρών που εποφθαλμιούν πλούτο αναξιοποίητο της Ελλάδας, πολύτιμο για τα σχέδιά τους και προδήλως άχρηστο στα χέρια των ανδρείκελων που χρόνια κρατούν τις ...
Σκεφτήκατε ποτέ τον πόλεμο που "χάσαμε" στον ΒΟΑΚ; Τα τελευταία 25 χρόνια που παρακολουθώ την επικαιρότητα του νησιού μας σας βεβαιώ πως χάθηκε μία "μικρή πόλη" σ' αυτό το πεπαλαιωμένο κι επικίνδυνο εθνικό δίκτυο. Άνθρωποι που θα μπορούσαν να συνεχίζουν τις ζωές τους, ξεκίνησαν ένα πρωινό από τα σπίτια τους και ... δεν επέστρεψαν, επειδή η στροφή είχε λάθος κλίση, το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό, η επικίνδυνη προσπέραση έγινε μετά από χιλιόμετρα αγανάκτησης πίσω από τη νταλίκα ή -ακόμη πιο τραγικά- επειδή από το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας πετάχτηκε μπροστά τους κάποιο όχημα γιατί δεν υπήρχε διαχωριστικό στηθαίο. Όλα αυτά τα χρόνια "εθιστήκαμε" να ακούμε για το "μολώχ της ασφάλτου", τα "θύματα του ΒΟΑΚ", τις εμβαλωματικές παρεμβάσεις, τα χαμηλά όρια ταχύτητας και τους σκοτωμούς ντόπιων αλλά κυρίως ξένων χρηστών του οδικού δικτύου μας, που έρχονται να χαρούν τις ομορφιές της Κρήτης κι αφήνουν την τελευταία τους πνοή στον τραγικό μας δρόμο. Οι κυβερνήσεις όλων αυτών των ετών έδωσαν ψίχουλα στην Κρήτη, που αντιστρόφως ανάλογα πρόσφερε στον εθνικό κορβανά με τα έσοδα του πρώτου σε τσάρτερ αεροδρομίου της, των λιμανιών της που γέμισαν κρουαζιερόπλοια, των αρχαιολογικών της χώρων που συγκεντρωτικά πλησιάζουν την Ακρόπολη σε εισιτήρια και ενός ΑΕΠ (που στις καλές εποχές) τραβούσε την ανηφόρα κι ανέβαζε τον μέσο ελληνικό όρο. Τώρα λοιπόν, που διάγουμε την εποχή των ισχνών αγελάδων κάποιοι θυμήθηκαν πως "πρέπει να είμαστε ρεαλιστές και να σκεφτούμε τη λύση των διοδίων". Σε συσκέψεις και διαβουλεύσεις κυβερνητικοί -κυρίως- .....
Χουάν Λη. Τ' όνομά του είναι κοινότατο. Τα μάτια του επίσης. Χρόνια πριν τον γνώρισα, όταν η πατρίδα του τον έστειλε στην Κρήτη -με κρατική ενίσχυση- να στήσει ένα κατάστημα σε κεντρικό δρόμο του Ηρακλείου. Τα πρωϊνά ο Χουάν Λη ζαλωνόταν τα καλούδια του και γύρναγε τις γειτονιές. Του 'λεγα "καλημέρα" σε πείσμα όσων τον κοιτούσαν με μισό μάτι. Στην αρχή αποκρινόταν δύσκολα. Σχεδόν κινέζικα. Σύντομα όμως έμαθε και την "καλημέρα" κι ένα σωρό άλλα ελληνικούλια. Κάποια μέρα ο Χουάν Λη με φώναξε στο μαγαζί του. "Κεράσω καφέ" έλεγε συνέχεια και το ύφος του με έπεισε να τον ακολουθήσω. Ο χώρος του καταστήματος μου φάνηκε αχανής. Κι η έκπληξή μου μεγάλωσε με την ... πίσω αποθήκη. Περίμενα να βρω κι εκεί κούτες με εμπορεύματα αλλά αντ' αυτού συνάντησα όλη τη hi tech σύγχρονη Κίνα. Στο Ηράκλειο τα δορυφορικά συστήματα είχαν μόλις κάνει την εμφάνισή τους αλλά ο Χουάν Λη είχε ήδη στην αποθηκούλα του τρόπους να παρακολουθεί όλα τα κανάλια της Κίνας. Ο υπολογιστής του συνδεόταν στο διαδίκτυο με όλη του την οικογένεια και έμαθα γρήγορα πως κάθε της παρακλάδι είχε πιάσει κι άλλη γωνιά του πλανήτη. Εντυπωσιάστηκα!! Έφτιαξε καφέ ο κινεζάκος κι έβγαλε από την τσέπη του πουκαμίσου του ένα πακέτο Καρέλια. Άλλο ξάφνιασμα!! Γέλασε. "Εγώ Κινέζος, αλλά τώρα ζω Ελλάδα. Καλημέρα, καφές, τσιγάρο. Εγώ αγαπώ Ελλάδα" είπε. "Ξέρω τα πάντα για Ελλάδα και θα δεις, εγώ μια μέρα ... σώσω Ελλάδα". Ήταν η σειρά μου να γελάσω με τις κουβέντες του. Ο Χουάν Λη είχε βρει στην Κρήτη την ευκαιρία του! Μου αφηγήθηκε πως δούλευε για το κράτος από νήπιο, όπως όλοι στην οικογένειά του. "Εμείς -είπε- .....
Κάποτε οι Κυριακές του καλοκαιριού είχαν χρώμα, γεύση, προσμονή. Το χρώμα των ονείρων της θάλασσας, τη γεύση από τα κεφτεδάκια που περίμεναν στο τάπερ, την προσμονή της μικρής εβδομαδιαίας απόδρασης. Τότε δεν είχαμε πισίνες, γρήγορα αυτοκίνητα, weekend και αποδράσεις σε Σαντορίνη και Μύκονο. Ταλαιπωρία είχαμε μόνο. Και το όνειρο έφτανε το πολύ ως τη Λούτσα. Πρωινό λεωφορείο για το Πεδίον του Άρεως. Εκεί στιβαγμένοι όλοι με τα εισητήρια στο χέρι έτοιμοι να διεκδικήσουμε μία θέση στο .. κυριακάτικο όνειρο: το πολυπόθητο πλάτσα πλούτσα. Η μάνα από νωρίς στο πόδι να ετοιμάζει τάπερ με κεφτεδάκια. Και μετά εκείνο το άγχος: τα πήραμε όλα; Τα μπρατσάκια του Γιώργου, πετσέτες, δεύτερο μαγιώ να αλλάξουν τα παιδιά; Για αντιηλιακό ούτε λόγος να γίνεται. Ο ήλιος ήταν σύμμαχος τότε. Άντε το πολύ λίγη nivea στη μύτη. Ίσα να εκνευριστείς και να φωνάξεις: "Όχι ρε μάνα, δεν θέλω να κυκλοφορώ έτσι στην παραλία". Αρκεί να 'χες φτάσει στην παραλία βέβαια. Αν ... και όταν ... Γιατί στο Πεδίο του Άρεως τα λεωφορεία σου φέρονταν σαν ... ψιλομύτες από το Κολωνάκι. Άνοιγαν υποσχετικά την πόρτα, σε κοίταζαν, σου 'καναν face control και μετά δεν σε καταδέχονταν. Και η ώρα περνούσε περιμένοντας το "φιλεύσπλαχνο" λεωφορείο .. ο πόθος. Και η Λούτσα ήταν ήδη ... εδώ. Πάνω σου. Ο ήλιος να καίει κι ο ιδρώτας να τρέχει. Και κάποτε το ταξίδι ξεκίναγε. Δεκάδες ...
Σου έχει τύχει δεν μπορεί; Να κάθεσαι αμέτοχος στη γωνιά σου και να παρατηρείς γύρω σου συμπεριφορές, φάτσες, κουβέντες. Προσωπικά το βρίσκω συχνά από διασκεδαστικό ως ενδιαφέρον. Απόγευμα στην παραλία. Σε μία από τις ... προς πώληση της Κρήτης. Ξαπλωμένη στην πετσέτα και βυθισμένη στο ανάγνωσμα. Κι η παραλία να γεμίζει επικίνδυνα, απειλώντας κάθε έννοια ηρεμίας. Μία χούφτα πιτσιρικάδες με κουβαδάκια (οι μόνοι ίσως συμπαθείς και αμέτοχοι στο "ηχοέγκλημα"). Παραδίπλα οι μαμάδες. Πασαλείβονται με αντηλιακά, φορούν καπέλα και αρχίζουν το "Λαλάκη, όχι στα βαθιά μωρό μου". Ο χώρος τους ανήκει!!! Δεξιά τους ο κλασσικός τύπος "είμαι ωραίος και έκανα μπόλικη γυμναστική για να 'ρθω". Κορδώνεται, τεντώνεται, αφήνει το νερό να κυλά ανέμελα πάνω στους 20 γυμνασμένους μύες του (ποντίκια και κοιλιακοί αφαιρέθηκαν). Το δε μαγιό διαμαρτύρεται για την ανυπαρξία του ρόλου του. Όχι σαν κι εκείνα της Μυκόνου, αλλά στο περίπου. Και η γλώσσα του σώματος κραυγάζει:¨Είμαι εδώ. προσέξτε με". Και τον προσέχουν. Ο χώρος του ανήκει!!! Τον αποδιοργανώνει για λίγο η έλευση της κοπέλας που θρονιάζεται κοντά του. Απλώνει την πετσέτα της τελετουργικά. Γδύνεται ακόμη πιο τελετουργικά. Το αντηλιακό της .. νέα τελετουργία. Που όμως διακόπτεται από τον θόρυβο του κινητού. Και τότε αρχίζει να μιλάει. Δυνατά. -Έλααα Μπάμπ'. Ήρθαμ'. Ναι βρε, στην θάλασ' είμ'. Δε σ' ακούω κ_λά. Συνεχίζει να ουρλιάζει στο ακουστικό γιατί ... εκείνη δεν τον ακούει κ..λά. Και βέβαια ο χώρος της ανήκει!!! Την προσπάθειά της να ακούσει δυσκολεύει η άφιξη ενός τζετ σκι. Ο νεαρός κάνει ......
Οι φαβέλες είναι άγνωστη λέξη για πολλούς. Όχι για τους Βραζιλιάνους όμως. Είναι οι παραγκουπόλεις των φτωχών. Άθλιες γειτονιές που μεγαλώνουν οι επίδοξοι αυριανοί Ρονάλντο ή Πελέ της ποδοσφαιρικής βιομηχανίας. Το παντοδύναμο Google αποφάσισε να τις ... εξαφανίσει από το χάρτη του. Με ένα τεχνολογικό τρυκ μετονόμασε τις περιοχές (τεράστιες εκτάσεις γύρω από κάθε Βραζιλιάνικη πόλη) αυτές σε ... λόφους. Έτσι η Βραζιλία που θα φιγουράρει τις επόμενες μέρες στους τηλεοπτικούς μας δέκτες θα είχε κρύψει την ασχήμια και τη φτώχεια της για χάρη της γιορτής των δισεκατομμυρίων που στήνεται γύρω από το Μουντιάλ. Όμως ο λαός της Βραζιλίας επιχειρεί να "τραβήξει" την κουρτίνα που κάποιοι άπλωσαν έντεχνα για να κρύψουν την εξαθλίωσή του. Απεργίες οργανώνονται την τελευταία εβδομάδα σε όλα τα μεγάλα συνδικάτα και στο διαδίκτυο το hashtag #NoVoyABrasilPorque («δεν πάω στη Βραζιλία διότι», στα αγγλικά: #NotGoingToBrazil) συγκεντρώνει τις διαμαρτυρίες των χρηστών του twitter, καθώς και οργανισμών για τα ανθρώπινα δικαιώματα ενάντια στο πάρτι αμύθητων ποσών δίπλα στην ανέχεια του λαού της Βραζιλίας. Τις επόμενες μέρες -όταν τα πατατάκια θα κάνουν θραύση στη διάρκεια του αγώνα και τα αναψυκτικά ή οι μπύρες θα ξεπουλάνε σε κάθε καφετέρια- ας κάνουμε όλοι μία προσπάθεια να θυμηθούμε ότι δίπλα από τα ακριβοπληρωμένα γήπεδα της Βραζιλίας ζουν 55 εκατομμύρια άνθρωποι κάτω από το όριο της φτώχειας. Και καθώς ως Έλληνες μάθαμε πια τι σημαίνει κρίση και οικονομικό αδιέξοδο, το "δεν πάω Βραζιλία" κατανοούμε πως σημαίνει περισσότερα από όσα λέει. Όταν ένας λαός πορεύεται με κατώτατο μισθό €200, τα δεκάδες δις που σκορπούν οι πολυεθνικές στο Μουντιάλ του θα μπορούσαν κάλλιστα να αλλάξουν το βιωτικό του επίπεδο. Γι' αυτό "Δεν πάω Βραζιλία" ...