Οικονομία

Μίχαλος: Αποπληρωμή των οφειλών Δημοσίου από το πλεόνασμα

μιχαλος

Επιστολή στον πρωθυπουργό κ. Αλέξη Τσίπρα απέστειλε σήμερα ο πρόεδρος της ΚΕΕ και του ΕΒΕΑ κ. Κωνσταντίνος Μίχαλος, ζητώντας την άμεση αποπληρωμή μέρους των οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα από την υπεραπόδοση που έχει προκύψει στα έσοδα του ελληνικού Δημοσίου. 

Επίσης, ο πρόεδρος της ΚΕΕ και του ΕΒΕΑ ζητά παράλληλα να εξαντληθεί κάθε δυνατότητα για τη μείωση της φορολογίας που βαρύνει σήμερα την επιχειρηματικότητα και την απασχόληση. 

Η επιστολή του κ. Μίχαλου:

«Αξιότιμε κ. Πρωθυπουργέ, 

Στο κεφάλαιο 2.2 του Μνημονίου Συνεννόησης που υπέγραψε η ελληνική κυβέρνηση με τους εταίρους-δανειστές της τον Αύγουστο του 2015, γίνεται σαφής αναφορά στον τρόπο διαχείρισης ενδεχόμενης υπερεπίδοσης σε σχέση με τους δημοσιονομικούς στόχους. Ειδικότερα, προβλέπεται η μεταφορά του 30% του πλεονάζοντος ποσού σε ειδικό λογαριασμό για τη μείωση του χρέους, καθώς και η χρήση ενός πρόσθετου 30% για την πληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του κράτους προς ιδιώτες προμηθευτές. 

Βάσει των προβλέψεων αυτών, εξυπακούεται ότι το υπόλοιπο 40% του ποσού της υπερεπίδοσης θα μεταφέρεται στα αποθεματικά του κράτους. 

Στο δε Συμπληρωματικό Μνημόνιο, που υπεγράφη στις 9 Ιουνίου 2016, αναφέρεται (κεφάλαιο 2.1) ότι σε περίπτωση επαρκούς απόδοσης των διοικητικών μέτρων για τη βελτίωση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού, ώστε να δημιουργείται μόνιμου χαρακτήρα δημοσιονομική υπερεπίδοση έναντι των στόχων, οι ελληνικές αρχές, σε συνεννόηση με τους θεσμούς, μπορούν να χρησιμοποιήσουν τους διαθέσιμους πόρους για την ενίσχυση της κοινωνικής προστασίας και τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης. 

Κανείς, σαφώς, δεν αμφισβητεί την ανάγκη για ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και ειδικότερα για τη λήψη μέτρων ανακούφισης των ευπαθών κοινωνικών ομάδων. Οφείλουμε, ωστόσο, να αναδείξουμε μια εξίσου σημαντική ανάγκη, αυτή της στήριξης της επιχειρηματικότητας και της αγοράς, η οποία λειτουργεί τα τελευταία χρόνια κάτω από ασφυκτικές συνθήκες ύφεσης και έλλειψης ρευστότητας. 

Με το σκεπτικό αυτό και βάσει των όσων έχει συμφωνήσει η Ελλάδα με τους εταίρους και δανειστές της, ζητούμε να κατευθυνθεί το προβλεπόμενο ποσοστό του ποσού της υπερεπίδοσης σε σχέση με τους δημοσιονομικούς στόχους στην αποπληρωμή μέρους των οφειλών του δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα. Τα κεφάλαια αυτά είναι άκρως απαραίτητα για τη συνέχιση της λειτουργίας των ελληνικών επιχειρήσεων και ειδικά των μικρομεσαίων, που δίνουν σκληρή μάχη για την επιβίωσή τους. 

Παράλληλα, ζητούμε να εξαντληθεί κάθε δυνατότητα στο πλαίσιο της συμφωνίας για τη μείωση της φορολογίας που βαρύνει σήμερα την επιχειρηματικότητα και την απασχόληση. Η διαμόρφωση ενός ευνοϊκότερου φορολογικού περιβάλλοντος αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, για την αύξηση του εθνικού πλούτου και τη σταδιακή αποκατάσταση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών. 

Η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, μέσα από την ενθάρρυνση νέων παραγωγικών επενδύσεων, είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος για την ενίσχυση της συνταξιοδοτικής αποταμίευσης, ώστε να καταστεί δυνατή μια μόνιμη και βιώσιμη αύξηση του εισοδήματος των συνταξιούχων. 

Εκφράζοντας το αίτημα του συνόλου της ελληνικής επιχειρηματικής κοινότητας, για ένα βιώσιμο περιβάλλον άσκησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας, ευελπιστούμε ότι η κυβέρνηση θα αναλάβει στο επόμενο διάστημα θετικές πρωτοβουλίες, οι οποίες θα συμβάλουν στην αναθέρμανση της αγοράς και στην επιτάχυνση της πορείας ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας. 

Εκ μέρους του συνόλου του επιχειρηματικού κόσμου, σας εύχομαι καλές γιορτές κι ένα ευτυχισμένο και δημιουργικό νέο έτος».

Οικονομία

Ολλανδία – Σκληρός ανταγωνισμός για τη φέτα και το ελληνικό γιαούρτι

φέτα

Το εμπορικό ισοζύγιο γαλακτοκομικών προϊόντων Ελλάδας- Ολλανδίας είναι ιδιαιτέρως αρνητικό για τη χώρα μας, ωστόσο όμως η Ολλανδία είναι ένας αρκετά σημαντικός πελάτης για τις ελληνικές εξαγωγές φέτας, ενώ οι επανεξαγωγές φέτας από την Ολλανδία είναι περίπου πέντε φορές υψηλότερές από τις εισαγωγές της.

Αυτό σημειώνεται σε έρευνα του γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της πρεσβείας μας στη Χάγη με τίτλο «Η αγορά των γαλακτοκομικών προϊόντων στην Ολλανδία».

Όπως προκύπτει από την έκθεση, το εμπορικό ισοζύγιο γαλακτοκομικών προϊόντων Ελλάδας- Ολλανδίας είναι ιδιαιτέρως αρνητικό για την χώρα μας, σε αντίθεση από ό,τι συμβαίνει λ.χ. με το εμπορικό μας ισοζύγιο γαλακτοκομικών προϊόντων με τη Γερμανία: το τελευταίο είναι μεν αρνητικό για τη χώρα μας αλλά με μικρή απόκλιση, καθώς οι εξαγωγές και εισαγωγές τυροκομικών προϊόντων μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας είναι μάλλον σε ισορροπία.

Για την Ολλανδία, όμως, τα σημαντικότερα εισαγόμενα ελληνικά γαλακτοκομικά προϊόντα είναι η φέτα και το γιαούρτι. Σημειώνεται ότι η Ολλανδία είναι ένας αρκετά σημαντικός πελάτης για τις ελληνικές εξαγωγές φέτας, ενώ οι επανεξαγωγές φέτας από την Ολλανδία είναι περίπου πέντε φορές υψηλότερές από τις εισαγωγές της. Οι επανεξαγωγές φέτας της Ολλανδίας κατευθύνονται σχεδόν στο σύνολό τους προς τη Γερμανία.

Άλλα εισαγόμενα είδη τυριού από την Ελλάδα στην Ολλανδία, εκτός της φέτας, είναι το κεφαλοτύρι, η γκούντα, η κεφαλογραβιέρα και το κασέρι.

Συμφώνα με τη βάση δεδομένων «TradeMap», η Ολλανδία ήταν η 10η σημαντικότερη χώρα για την εξαγωγή τυριών από την Ελλάδα το 2020.

Οι ολλανδικές εισαγωγές τυριών από την Ελλάδα ανήλθαν σε 12 εκατ. ευρώ το 2020, γεγονός που σημαίνει αύξηση κατά 27,5% σε σύγκριση με το 2019. Από τη βάση δεδομένων TradeMap φαίνεται ότι το ελληνικό μερίδιο των ολλανδικών εισαγωγών τυριών και στάρπης (σ.σ. τυρόπηγμα) ήταν περίπου 0,98% το 2020.

Ποσοστό περίπου 75%-80% των εισαγωγών τυριών από την Ελλάδα είναι φέτα. Συγκριμένα, το 2020 εισήχθησαν 2.121,9 τόνοι τυριού από την Ελλάδα, εκ των οποίων οι 1.586,8 τόνοι ήταν φέτα. Η Ολλανδία επίσης εισάγει μεγάλες ποσότητες φέτας από γειτονικές χώρες όπως η Γερμανία, το Βέλγιο και η Δανία.

Ένα αρκετά αξιοσημείωτο συμπέρασμα, όπως υπογραμμίζεται, είναι ότι η επανεισαγόμενη από άλλες χώρες φέτα στην Ολλανδία είναι φθηνότερη από τη φέτα που εισάγεται απευθείας από την Ελλάδα. Αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει τη μείωση του μεριδίου φέτας που εισάγεται απευθείας από την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Λόγω πιθανών πλεονεκτημάτων οικονομίας κλίμακας, η φέτα εισάγεται επίσης σε μεγάλες ποσότητες μέσω της Γερμανίας.

Σε ό,τι αφορά στις εισαγωγές της Ελλάδας από Ολλανδία, η Ολλανδία είναι ο δεύτερος προμηθευτής γαλακτοκομικών προϊόντων για την Ελλάδα.

Τα σημαντικότερα τυριά που εισάγουμε από τη συγκεκριμένη χώρα περιλαμβάνουν τα Gouda και Edam.

Προοπτικές

Παρά την ευρεία διαθεσιμότητα της ελληνικής φέτας στην Ολλανδία, τα ελληνικά τυριά έχουν ακόμα πολύ έδαφος για να κερδίσουν.

Δεδομένης της εικόνας της ελληνικής φέτας ως ενός υγιεινού προϊόντος σε συνδυασμό με την τάση προς πιο υγιεινή διατροφή στην Ολλανδία, η ζήτηση φέτας θα μπορέσει να αυξηθεί περαιτέρω μέσα στα επόμενα χρόνια.

Επιπλέον, σύμφωνα με την Ολλανδική Στατιστική Υπηρεσία, η Ολλανδία πραγματοποιεί όλο και περισσότερες εισαγωγές από την Ελλάδα. Μάλιστα στην κατηγορία “τρόφιμα”, η αξία των εισαγωγών από την Ελλάδα είναι σχεδόν διπλάσια σε σύγκριση με πριν από δεκαπέντε έτη. Το 2020, τα ελληνικά προϊόντα στον τομέα τροφίμων σημείωσαν ρεκόρ εξαγωγών προς την Ολλανδία φθάνοντας σχεδόν στα 160 εκατ., εκ των οποίων τα γαλακτοκομικά προϊόντα ήσαν αξίας 17 εκατ. ευρώ. Πιο συγκριμένα, οι εισαγωγές γαλακτοκομικών προϊόντων από την Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 183% από το 2012 έως το 2020.

Ένα βασικό πρόβλημα εν γένει για τους Έλληνες παραγωγούς/εξαγωγείς είναι η δυσκολία τους να ανταποκριθούν στα μεγάλα μεγέθη της πολύ ανταγωνιστικής ολλανδικής αγοράς. Είναι συνεπώς αναγκαίο οι Έλληνες παραγωγοί/εξαγωγείς γαλακτοκομικών προϊόντων να έχουν υπόψη ότι ιδιαίτερα τα ολλανδικά σούπερ μάρκετ απαιτούν μεγάλες ποσότητες ενός προϊόντος και συνέπεια στους χρόνους παράδοσης. Λόγω των προαναφερθέντων, είναι σημαντικό για τους Έλληνες παραγωγούς/επιχειρηματίες του κλάδου να δημιουργήσουν μια κατάλληλη στρατηγική για την είσοδο στη χώρα.

Λόγω της υψηλής ποιότητας των ελληνικών γαλακτοκομικών προϊόντων και, παράλληλα, του βαθμού στον οποίο είναι προσιτά λόγω τιμής, τα ελληνικά προϊόντα θα μπορέσουν να αποκτήσουν έναν πιο σημαντικό ρόλο στην αγορά «delicatessen» και «premium products» (λ.χ. εξειδικευμένα καταστήματα τυριών). Επίσης, τα βιολογικά τυριά θα μπορέσουν να βρουν χώρο σε καταστήματα βιολογικών προϊόντων . Οι πελάτες βιολογικών καταστημάτων γενικά έχουν μεγαλύτερη προθυμία να πληρώσουν για την ποιότητα ενός προϊόντος. Σημειώνεται πάντως ότι, επί του παρόντος, το μερίδιο αγοράς των βιολογικών προϊόντων στην Ολλανδία δεν έχει φτάσει στο ύψος του μεριδίου γειτονικών χωρών όπως η Γερμανία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Φορολοταρία: Έρχονται σαρωτικές αλλαγές – «Στο παιχνίδι» και οι χάρτινες αποδείξεις

Νέο Εξοικονομώ: Τα νέα κριτήρια επιδότησης και η έμφαση στα φτωχά νοικοκυριά

20 εκατ. ευρώ σε εφημερίδες, περιοδικά, ραδιόφωνα και κανάλια για τις επιπτώσεις της πανδημίας