Η μετακόμιση σε νέο σπίτι, η αγορά κατοικίας ή μια αλλαγή στην προσωπική και επαγγελματική ζωή μπορεί να οδηγήσουν έναν ενοικιαστή στην απόφαση να εγκαταλείψει πρόωρα το ακίνητο που μισθώνει. Ωστόσο, η παράδοση των κλειδιών στον ιδιοκτήτη δεν σημαίνει απαραίτητα ότι σταματούν και οι οικονομικές υποχρεώσεις του, καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να κληθεί να καταβάλει ενοίκια για το διάστημα που απομένει μέχρι τη λήξη της σύμβασης.
Παρότι αρκετές τέτοιες υποθέσεις διευθετούνται συναινετικά, το κρίσιμο ζήτημα είναι αν έχει επέλθει νόμιμα η λύση της μίσθωσης και αν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών.
Τι ισχύει για τις μισθώσεις ορισμένου και αορίστου χρόνου
Στις μισθώσεις αορίστου χρόνου, ο ενοικιαστής μπορεί καταρχήν να καταγγείλει μονομερώς τη σύμβαση, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεστεί ειδικό λόγο. Εφόσον το μίσθωμα καταβάλλεται κάθε μήνα και δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετική προθεσμία, απαιτείται προειδοποίηση τουλάχιστον 15 ημερών, με τη λύση να επέρχεται στο τέλος του ημερολογιακού μήνα.
Για τις κατοικίες, ωστόσο, ισχύει υποχρεωτική ελάχιστη διάρκεια τριών ετών, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί μικρότερη περίοδος ή η μίσθωση έχει χαρακτηριστεί αορίστου χρόνου. Επομένως, πριν από τη συμπλήρωση της τριετίας δεν υπάρχει ελεύθερο δικαίωμα καταγγελίας ούτε για τον ιδιοκτήτη ούτε για τον ενοικιαστή.
Στις μισθώσεις ορισμένου χρόνου, η συμφωνημένη διάρκεια δεσμεύει καταρχήν και τις δύο πλευρές. Έτσι, εάν κάποιος υπογράψει τριετές μισθωτήριο και αποχωρήσει μετά τον πρώτο χρόνο, δεν απαλλάσσεται αυτομάτως από τις υποχρεώσεις του για το υπόλοιπο διάστημα. Το ίδιο ισχύει και για μια πενταετή μίσθωση, καθώς η συμπλήρωση της υποχρεωτικής τριετίας δεν καταργεί τη συμφωνημένη πενταετή διάρκεια.
Πότε μπορεί να διακοπεί πρόωρα η μίσθωση
Η πρόωρη αποχώρηση δεν συνεπάγεται σε κάθε περίπτωση υποχρέωση καταβολής των υπόλοιπων ενοικίων. Ο νόμος προβλέπει περιπτώσεις στις οποίες ο ενοικιαστής μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση πριν από τη λήξη της.
Τέτοια περίπτωση είναι η ύπαρξη σοβαρών προβλημάτων στο ακίνητο, όπως εκτεταμένες εισροές νερού ή σημαντικές βλάβες σε βασικές εγκαταστάσεις, που εμποδίζουν ουσιαστικά τη συμφωνημένη χρήση του. Κατά κανόνα, ο ιδιοκτήτης πρέπει προηγουμένως να ενημερωθεί και να του δοθεί εύλογος χρόνος για την αποκατάσταση των προβλημάτων.
Πρόωρη καταγγελία μπορεί επίσης να δικαιολογηθεί όταν η χρήση της κατοικίας συνεπάγεται σοβαρό κίνδυνο για την υγεία του ενοικιαστή ή των προσώπων που συγκατοικούν μαζί του. Σε αυτή την περίπτωση, μπορεί να μην απαιτείται προηγούμενη προθεσμία.
Αντίθετα, η απώλεια εργασίας, η μείωση εισοδήματος, μια μετάθεση, ένας χωρισμός ή η αγορά ιδιόκτητης κατοικίας δεν αποτελούν από μόνα τους νόμιμους λόγους για αζήμια πρόωρη λύση της μίσθωσης.
Η παράδοση των κλειδιών αρκεί για να λυθεί το μισθωτήριο;
Καθοριστικό ρόλο μπορεί να παίξει η στάση του ιδιοκτήτη. Εάν συμφωνήσει στην πρόωρη λύση της μίσθωσης, ο ενοικιαστής μπορεί να υποστηρίξει ότι δεν οφείλει επιπλέον μισθώματα για το διάστημα που απομένει.
Η συμφωνία δεν είναι απαραίτητο να δηλωθεί ρητά, καθώς μπορεί να προκύπτει και από τη συμπεριφορά των δύο πλευρών. Για παράδειγμα, η παράδοση και η ανεπιφύλακτη παραλαβή των κλειδιών με σκοπό τον τερματισμό της μίσθωσης μπορεί, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να θεωρηθεί αποδοχή της πρόωρης λύσης.
Ωστόσο, η παραλαβή των κλειδιών δεν αρκεί από μόνη της. Ο ιδιοκτήτης μπορεί να παραλάβει το ακίνητο για να το προστατεύσει ή να αναζητήσει νέο ενοικιαστή, διατηρώντας παράλληλα τις οικονομικές του αξιώσεις.
Σημαντικά αποδεικτικά στοιχεία αποτελούν τα μηνύματα και τα email μεταξύ των δύο πλευρών, ένα γραπτό συμφωνητικό λύσης ή η δήλωση λύσης της μίσθωσης στην ΑΑΔΕ. Κανένα από αυτά, όμως, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ο ιδιοκτήτης έχει παραιτηθεί από κάθε απαίτηση.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν η αποχώρηση γίνεται μέσα στην υποχρεωτική τριετία. Για τη συμφωνημένη σύντμησή της προβλέπονται ειδικές προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων νεότερη συμφωνία μετά την παρέλευση τουλάχιστον έξι μηνών από την έναρξη της μίσθωσης και απόδειξή της με συμβολαιογραφικό έγγραφο. Συνεπώς, η σιωπηρή αποδοχή της πρόωρης λύσης δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη, ιδίως όταν δεν έχει συμπληρωθεί η τριετία.
Πόσα χρήματα μπορεί να διεκδικήσει ο ιδιοκτήτης
Εάν ο ενοικιαστής αποχωρήσει πρόωρα χωρίς νόμιμο λόγο καταγγελίας ή έγκυρη συμφωνία λύσης, ο ιδιοκτήτης μπορεί καταρχήν να διεκδικήσει τα μισθώματα που αντιστοιχούν στο υπόλοιπο της συμβατικής διάρκειας.
Για παράδειγμα, εάν το μηνιαίο ενοίκιο είναι 800 ευρώ και απομένει ένας χρόνος μέχρι τη λήξη της μίσθωσης, η συνολική απαίτηση μπορεί να φτάσει τα 9.600 ευρώ, εφόσον η σύμβαση εξακολουθεί να ισχύει και δεν συντρέχει λόγος περιορισμού της αξίωσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα μελλοντικά ενοίκια καθίστανται αυτομάτως απαιτητά την ημέρα της αποχώρησης. Κατά κανόνα, εξακολουθούν να οφείλονται στις ημερομηνίες που προβλέπει η σύμβαση.
Εάν, πάντως, το ακίνητο ενοικιαστεί εκ νέου, ο ιδιοκτήτης δεν μπορεί να εισπράττει δύο πλήρη μισθώματα για το ίδιο χρονικό διάστημα. Το οικονομικό όφελος από τη νέα εκμίσθωση πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, ενώ εάν το νέο ενοίκιο είναι χαμηλότερο, μπορεί να τεθεί ζήτημα διεκδίκησης της διαφοράς για το υπόλοιπο της αρχικής μίσθωσης.
Παράλληλα, ο ιδιοκτήτης οφείλει να καταβάλει εύλογες προσπάθειες για την εξεύρεση νέου ενοικιαστή. Δεν υποχρεούται να αποδεχθεί οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο ή οποιοδήποτε μίσθωμα, αλλά εάν απορρίπτει αδικαιολόγητα μια πραγματική δυνατότητα επανεκμίσθωσης και συνεχίζει να διεκδικεί όλα τα μισθώματα από τον προηγούμενο ενοικιαστή, μπορεί να προκύψει ζήτημα καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός του.
Στην πράξη, η διεκδίκηση όλων των ενοικίων μέχρι τη λήξη μιας μίσθωσης δεν είναι το συνηθέστερο σενάριο. Ωστόσο, η απαίτηση μισθωμάτων για μερικούς μήνες, μέχρι να βρεθεί νέος ενοικιαστής, αποτελεί ένα ενδεχόμενο που δεν πρέπει να αγνοούν όσοι αποφασίζουν να εγκαταλείψουν πρόωρα μια κατοικία.
Διαβάστε επίσης