Απόψεις

Η «Διπλωματία του 28ου μεσημβρινού». Tου Πέτρου Μηλιαράκη*

μηλιαρακης πετρος.jpg

Για τις πρόσφατες εξελίξεις που δημιουργούν εντάσεις, ασφαλώς σε πολύ ακραίο επίπεδο ανάμεσα στην Τουρκία και στην Ελλάδα, με αποκλειστική ευθύνη βεβαίως της γείτονος, και σε σχέση με τους χειρισμούς της ελληνικής διπλωματίας και της κυβέρνησης, ασφαλώς χρήσιμα είναι να λεχθούν τα εξής:

          1) Αναφορικώς με την « οριοθέτηση» της ΑΟΖ μεταξύ της Ελλάδας και της  Αιγύπτου,που προέκυψε με αντικειμενικό και μόνο σκοπό την  επιβεβαίωση της ακυρότητας του «τουρκολυβικού συμφώνου» (το οποίο όπως προκύπτει, παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα, δεν έχει καν-ακόμη- πρωτοκολληθεί στον Οργανιμό Ηνωμένων Εθνών) προς αποφυγή παρεξηγήσεων θα πρέπει να επισημειωθεί ότι η συμφωνία αυτή περί της ΑΟΖ  μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου αφορά  «μερική οριοθέτηση» , η οποία εκτείνεται έως τον 28ο μεσημβρινό. 

 Συνεπώς η οριοθέτηση αυτή  δεν περιλαμβάνει το Καστελόριζο, ούτε καν ολόκληρη την  επικράτεια της Ρόδου. Και τούτο διότι  ο 28ος μεσημβρινός τέμνει τη Ρόδο στη μέση.

           2) Ως εκ τούτου δια παραλείψεως-ανοχής , η Ελλάδα δεν αντιδρά απέναντι στην επεκτατική πολιτική της Τουρκίας  η οποία υποστηρίζει ότι η περιοχή ανατολικά του 28ου μεσημβρινού αφορά ζωτικό της χώρο, με  ανεπίδεκτες ιστορικής και νομικής εκτίμησης ισχυρισμούς για ...«γαλάζια πατρίδα». 

Επίσης  η ελληνοαιγυπτιακή αυτή συμφωνία, η οποία όπως προεκτίθεται αφορά «μερική οριοθέτηση» , κατ´αρχήν εκλαμβάνει ότι η Κρήτη έχει μειωμένη επήρεια ΑΟΖ. 

          3) Όπως προκύπτει, η διανομή της ενδιάμεσης θαλάσσιας περιοχής μεταξύ Ελλάδας-Αιγύπτου δεν έγινε με βάση την «αρχή της μέσης γραμμής» . Έτσι η Αίγυπτος κέρδισε κατα ποσοστά πέραν του δέοντος στο 56% υπέρ αυτής και μόλις το 44%  αφορά στην Ελλάδα. Αυτό συνεπάγεται ουσιαστική παραχώρηση σε βάρος της ελληνικής ΑΟΖ , εφόσον νησί με το μέγεθος της Κρήτης δεν είναι δυνατόν να έχει μειωμένη επήρεια ΑΟΖ. Τούτο δε  αφορά ιδιαίτερης σημασίας  υπαναχώριση σε μείζον  ζήτημα καθόσον  αποδυναμώνει τα επιχειρήματα της Ελλάδας όταν κληθεί σε τραπέζι διαπραγματεύσεων ή ενώπιον διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου να τοποθετηθεί για την επήρεια του Καστελόριζου και του συμπλέγματος του Καστελλορίζου ως προς την ΑΟΖ.          

 

   ΤΟ «ΕΠΙΔΙΚΟ» ΔΕΝ ΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΥΦΑΛΟΚΡΗΠΙΔΑ,  ΑΛΛΑ ΣΤΗΝ ΑΟΖ

 

           4). Εφόσον η Τουρκία δεν αποδέχεται το διεθνές δίκαιο της θάλασσας, δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι ενεργεί βάσει του διεθνούς δικαίου. Η Τουρκία ας επικυρώσει  διεθνώς και ας κυρώσει στην εσωτερική της  έννομη τάξη το διεθνές δίκαιο της θάλασσας και μετά να επικαλείται τους ad hoc κανόνες του διεθνούς δικαίου. Η Τουρκία αν επιδιώξει προσφυγή  σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο, θα σκοπεύει και μόνο στην αναθεώρηση της Διεθνούς Συνθήκης της Λωζάνης. Υπό τις προϋποθέσεις ότι η Τουρκία δεν αναγνωρίζει το διεθνές δίκαιο της θάλασσας, και με αναθεωρητική τακτική στο πλαίσιο της Διεθνούς Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάνης , διερωτάται κάνεις «πώς»  είναι δυνατόν να υπάρξει λυσιτελής συζήτηση μεταξύ των δύο χωρών, για την οικοδόμηση μέτρων εμπιστοσύνης... Πρέπει επιτέλους να γίνει κατανοητό, πράγμα που δεν προκύπτει από τα όσα λαμβάνουν χώρα ως ενημέρωση της κοινής γνώμης για την τακτική της Ελλάδας απέναντι στην Τουρκία και τη βουλιμία της, ότι το  «επίδικο ζήτημα»  δεν  πρέπει πλέον να είναι  «η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας» , αλλά «η οριοθέτηση της ΑΟΖ». 

Η ΑΟΖ επικαλύπτει την υφαλοκρηπίδα. Πρέπει λοιπόν να υπάρξει αλλαγή πολιτικής από την πλευρά της Αθήνας έναντι της Άγκυρας κατά το μέρος αυτό. 

Σε κάθε περίπτωση όμως η απάντηση στην τουρκική νομική και πολιτική αυθάδεια είναι μόνο μία: η διπλωματία της ισχυρής αποτρεπτικής ισχύος, και η αδιαμφισβήτητη απόφαση να χρησιμοποιηθεί όπου και όταν απαιτηθεί!                                                     

                                    

                              ΚΑΙ Η ΑΟΖ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ;  

Τα παραπάνω ευθέως αποδεικνύουν  ότι η ελληνική κυβέρνηση υπό την πίεση του «τουρκολυβικού μνημονίου»  (που αφορά ήττα της ελληνικής διπλωματίας, διότι κυριολεκτικώς πιάστηκε στον ύπνο) , προχωρά εσπευσμένως σε εκπτώσεις επί  κυριαρχικών δικαιωμάτων. 

Οι εκπτώσεις δε , δυστυχώς, ήδη προυπάρχουν με την «ελληνοϊταλική συμφωνία»  οριοθέτησης ΑΟΖ με αναφορά  στους Οθωνιούς, στις Στροφάδες και στην αλιεία.

Έτσι εκκρεμεί και το ζήτημα το οποίο δεν έχει επιλυθεί, αν και αφορά μείζον εθνικό ζήτημα που αφορά στην οριοθέτηση ΑΟΖ Ελλάδας και Κύπρου. Παραλλήλως εγείρεται και το ζήτημα της επανατοποθέτησης του «ενιαίου αμυντικού δόγματος» , το οποίο αφορά όρους κυριολεκτικώς επιβίωσης του ελληνικού έθνους. Όποιος παραγνωρίζει την αναγκαιότητα του «ενιαίου αμυντικού χώρου Ελλάδας-Κύπρου» , σφάλλει σφάλμα μέγιστο, με επιεική αναφορά στον όρο του «μέγιστου σφάλματος»! 

                         ΝΑΤΟ  ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΕΝΩΣΗ «ΤΙ» ΠΡΑΤΤΟΥΝ ;

Λόγω κυρίως της πρόσφατης κρίσης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, και λόγω της ιταμής σε λόγο και πράξη πολιτικής της Άγκυρας από τους αξιωματούχους της με πρώτο τον πρόεδρο της, σε ζητήματα ακόμη και συγκρούσεις πολιτισμών (η υπόθεση της Αγίας Σοφίας είναι τέτοιο ακριβώς ζήτημα) θα ανέμενε ο Έλληνας πολίτης, που ταυτοχρόνως είναι και πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης την αντίδραση των Ενωσιακών Οργάνων στις προκλήσεις  αυτές απο τη νεο-ισλαμική και νεο-οθωμανική διοίκηση της Άγκυρας. Ματαίως όμως!

Ως προς το ΝΑΤΟ  ούτε λόγος να γίνεται! Είναι αδίστακτως βέβαιον  ότι ως προς το ΝΑΤΟ υφίσταται παρακμή  στο θεσμικό και λειτουργικό του γίγνεσθαι , όταν δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει απειλή χρήσης βίας μεταξύ των μελών του! Αυτή η στάση δεν καταργεί μόνο κάθε έννοια συμπαγούς συμμαχίας! Αναδεικνύει και ζητήματα λόγων ύπαρξης αυτής της συμμαχίας! 

Ας επανέλθουμε όμως στα της ενωσιακής πολιτικής στην θεωρία και στην πράξη.

Βεβαίως οι πάντες γνωρίζουν ότι υπάρχουν ισχυρά οικονομικά συμφέροντα σε μητροπολιτικές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε σχέση με την Τουρκία, με πρώτη τη Γερμανία.

Ωστόσο, όμως,  για να μην τρέφουμε αυταπάτες χρήσιμα είναι να λεχθούν και τα εξής;

Η οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης διέπεται από την Αρχή της δοτής αρμοδιότητας. Σύμφωνα με την Αρχή αυτή η Ένωση ενεργεί μόνο εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που της απονέμουν τα κράτη-μέλη με τις Συνθήκες. 

Με βάση δε το ενωσιακό δίκαιο, η Ένωση σέβεται τις ουσιώδεις λειτουργίες του κράτους στις οποίες ρητώς περιλαμβάνονται κατ’ αποκλειστικότητα: α) η διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας, β) η διατήρηση της δημόσιας τάξης και γ) η προστασία της εθνικής ασφάλειας.

Ειδικότερα η εθνική ασφάλεια παραμένει στην αποκλειστική ευθύνη κάθε κράτους-μέλους (βλ. άρθρα 4 και 5 ΣΕΕ).

Να μην  λησμονείται δε ποτέ ότι: «κυρίαρχος είναι όποιος αποφασίζει για την κατάσταση έκτακτης ανάγκης!

Ο Πέτρος Μηλιαράκης δικηγορεί στα Ανώτατα Ακυρωτικά Δικαστήρια της Ελλάδας και στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια του Στρασβούργου και του Λουξεμβούργου (ECHR και GC – EU).

Απόψεις

Ο Πισσαρίδης, η ρευστότητα και οι μικρομεσαίες. Του Χάρη Μαμουλάκη

Χάρης Μαμουλάκης

«Δε θα 'ταν τότε πιο απλό, η κυβέρνηση να διαλύσει το λαό και να εκλέξει έναν άλλον;». Μπέρτολτ Μπρέχτ

Δεν θα ήταν καλύτερο για την κυβέρνηση να διαλύσει την ιδιωτική οικονομία και να σχεδιάζει για μια άλλη ιδιωτική οικονομία που υπάρχει μόνο στο μυαλό όσων κατοικοεδρεύουν στους διαδρόμους του Μαξίμου;

Η δημόσια συζήτηση για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και την ρευστότητα παρουσιάζεται απολύτως αντεστραμμένη από την κυβέρνηση και τους δημοσιολογούντες που την υποστηρίζουν. Την ώρα που οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στενάζουν ενώπιων της μεγαλύτερης ύφεσης από τον μεσοπόλεμο, κατά δήλωση του ίδιου του πρωθυπουργού, οι συνταγές και οι λύσεις που προτείνονται είναι οι ακριβώς ανάποδες από αυτές που απαιτούνται. Ενδεικτικό της παραπάνω τάσης είναι και το Σχέδιο Ανάπτυξης της Ελληνικής Οικονομίας που δόθηκε πρόσφατα στην δημοσιότητα από την κυβέρνηση. Η Επιτροπή Πισσαρίδη, δηλαδή το βασικό κυβερνητικό όργανο που συμβουλεύει την ελληνική κυβέρνηση για θέματα ανάπτυξης, θεωρεί, ότι το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι η χρηματοδότηση και η υπερχρέωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, αλλά το γεγονός ότι μετά από τρία μνημόνια οι μικρομεσαίες συνεχίζουν να αποτελούν την ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας. Το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας κατά τη Επιτροπή Πισσαρίδη, όπως προκύπτει από την ενδιάμεση έκθεση που τέθηκε στην δημοσιότητα είναι με λίγα λόγια ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις ακόμα υπάρχουν!

Στον ΣΥΡΙΖΑ διαφωνούμε με την παραπάνω άποψη. Το πρόβλημα ρευστότητας που αντιμετωπίζουν οι ΜμΕ, θεωρούμε ότι πρέπει να το αντιμετωπίσουμε ως πρόβλημα των εργαλείων χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα, ως πρόβλημα του τραπεζικού συστήματος της χώρας και ως έλλειμα των δημόσιων πολιτικών ενίσχυσης της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.

Συνολικά για τον ιδιωτικό τομέα, η έκθεση Πισσαρίδη μας λέει τρία πράγματα: Ανασύνταξη του τραπεζικού τομέα μέσα από τη μείωση των κόκκινων δανείων. Ανασύνταξη της κεφαλαιαγοράς στη χώρα για να χρηματοδοτηθούν οι επιχειρήσεις. Και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας μέσα από απορρύθμιση και μείωση του κόστους της μισθωτής εργασίας.

Κατά την έκθεση πάντα, η παρούσα συγκυρία είναι η κατάλληλη για να επιταχυνθούν οι μεταρρυθμίσεις που θα «καθαρίσουν» τα χαρτοφυλάκια των τραπεζών από τα μη-εξυπηρετούμενα δάνεια. Το σκεπτικό θα ήταν σωστό, στο βαθμό που τηρούνται οι απαραίτητες μέριμνες για την προστασία της πρώτης κατοικία, αν βρισκόμασταν σε συνθήκες ανάκαμψης της οικονομίας.

Είναι όμως, σήμερα η κατάλληλη συγκυρία, ενώ βρισκόμαστε ενώπιον μιας νέας ύφεσης, να προωθήσουμε ρυθμίσεις όπως αυτές που περιλαμβάνονται στον νέο πτωχευτικό κώδικα; Ρυθμίσεις που επιτρέπουν την επανεξέταση εκδικασμένων υποθέσεων του νόμου Κατσέλη, περιορίζουν την προστασία της πρώτης κατοικίας μέχρι τα ερχόμενα Χριστούγεννα και απειλούν την πλειοψηφία των μικρών επιχειρήσεων με άμεση ρευστοποίηση;

Η έκθεση φυσικά αντιλαμβάνεται ότι η συρρίκνωση των κόκκινων δανείων δεν οδηγεί από μόνη της στην αύξηση της τραπεζικής χρηματοδότησης από τις τράπεζες προς την πραγματική οικονομία. Οι πηγές χρηματοδότησης που διαβλέπει η έκθεση Πισσαρίδη δεν είναι άλλες από τις αποταμιεύσεις που θα ενισχυθούν αν μειωθεί η φορολογία και από την αναζωογόνηση της κεφαλαιαγοράς. Εξού και η κεντρική σημασία που δίνει η σημερινή κυβέρνηση στη συγκρότηση του 3ου πυλώνα του ασφαλιστικού συστήματος καθώς οι συντάκτες της έκθεσής βλέπουν τις ιδιωτικές συντάξεις να αποτελούν την πηγή χρηματοδότησης της ιδιωτικής οικονομίας.

Οι ιδέες αυτές είναι ατελέσφορες. Ο τραπεζικός τομέας δεν μπορεί να ανακάμψει σε συνθήκες ύφεσης. Ύψιστη προτεραιότητα της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής θα έπρεπε να είναι η ανάσχεση με όλα τα διαθέσιμα μέσα των τάσεων συρρίκνωσης της ρευστότητας των επιχειρήσεων και η επιτάχυνση της ροής πόρων από το ταμείο ανάκαμψης και το ΕΣΠΑ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε καταθέσει εγκαίρως προτάσεις για την ενίσχυση της ρευστότητας των ΜμΕ με τα προγράμματα «Μένουμε Όρθιοι» για να γλιτώσουμε τα χειρότερα αλλά δυστυχώς δεν εισακούστηκε. Σήμερα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει χαλαρώσει τους δημοσιονομικούς κανόνες και τους κανονισμούς κρατικών ενισχύσεων για να μπορούν τα μέλη να ασκήσουν αντικυκλική πολιτική.

Τι κάνει για όλα αυτά η κυβέρνηση; Ακυρώνει ώριμα χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως το Εξοικονομώ 2 και ο ΦιλόΔημος. Δεν προκηρύσσει νέα πρόγραμμα του ΕΣΠΑ. Και καθυστερεί στο ζήτημα της αναπτυξιακής τράπεζας.

Όλα αυτά όμως, δεν πρέπει να μας κάνουν να χάσουμε τη μεγάλη εικόνα. Το μέγεθος των χρηματοδοτήσεων που θα κατευθυνθεί στην Ελλάδα στη νέα προγραμματική περίοδο και από το Ταμείο Ανάκαμψης αποτελούν μια ιστορική ευκαιρία για τη χώρα. Είναι η στιγμή που ως πολιτικό σύστημα πρέπει να εστιάσουμε στις πραγματικές διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας και να επενδύσουμε σε κλάδους και σε κατευθύνσεις που θα αποκαταστήσουν την απαραίτητη εξωστρέφεια.

Αν πιάσουμε το νήμα ιστορικά, όταν πλέον την δεκαετία του ’90 αποκρυσταλλώθηκε το καθεστώς περιφερειακών ενισχύσεων ο διακηρυγμένος στόχος της ευρωπαϊκής πολιτικής ήταν η άρση των περιφερειακών ανισοτήτων, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Στην περίπτωση της Ελλάδας όμως, κάτι τέτοιο δεν έγινε. Οι κοινοτικές ενισχύσεις δεν ενίσχυσαν κλάδους διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων. Αντίθετα, ειδικά από τη δεκαετία του ’90, οι κοινοτικές ενισχύσεις εμβάθυναν την εξειδίκευση της χώρας στην παροχή τουριστικών υπηρεσιών.

Ένα σύστημα παροχής κρατικών ενισχύσεων πρέπει να έχει ως βασική του προτεραιότητα να εντοπίζει χρηματοδοτικά κενά. Χρηματοδοτικά κενά που να αντιστοιχούν σε στοχευμένα πεδία ενός δημόσιου αναπτυξιακού σχεδιασμού και να παρεμβαίνουν εκεί που αποτυγχάνει η αγορά. Εν μέσω κρίσης η λειτουργία αυτή αλλοιώθηκε στην Ελλάδα. Το ΕΣΠΑ, όντας η μοναδική πηγή χρηματοδότησης, αποτέλεσε «φάρμακο δια πάσα νόσο». Η σημερινή συγκυρία όμως, μας υποχρεώνει να δούμε όλα τα χρηματοδοτικά εργαλεία που θα έχουμε στη διάθεση μας σε μακροπρόθεσμη προοπτική.

Η πρόκληση για την χώρα είναι μεγάλη. Η μελετητική ωρίμανση και η ροή των παραπάνω πόρων στην πραγματική οικονομία θα αποτελέσει ένα τεράστιο εγχείρημα για τον διοικητικό μηχανισμό της Ελλάδας. Σήμερα, επείγει η κατεύθυνση των διαθέσιμων πόρων στις μεγάλες διεθνείς προκλήσεις. Στον πράσινο μετασχηματισμό της οικονομίας. Στη μετάβαση του κράτους και του ιδιωτικού τομέα στην ψηφιακή εποχή. Στην ποιοτική αναβάθμιση των υπηρεσιών του δημοσίου.

Πάνω από όλα όμως, η συγκυρία της κρίσης και των πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης πρέπει να σηματοδοτήσει την στροφή της ελληνικής οικονομίας σε κλάδους στους οποίους υπάρχει επιστημονικό δυναμικό για να αποκατασταθεί η χαμένη της εξωστρέφεια. Οι νέοι και οι νέες επιστήμονες είναι ο μεγαλύτερος πλούτος που έχει σήμερα η χώρα μας και ο δημόσιος αναπτυξιακός σχεδιασμός πρέπει να αποβλέπει στο να τους δώσει ευκαιρίες και όχι να τους αντιμετωπίζει ως ευέλικτο και φτηνό εργατικό δυναμικό.

*Ο Χάρης Μαμουλάκης είναι Βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ ν. Ηρακλείου, αν. τομεάρχης Ανάπτυξης & Επενδύσεων - Πολιτικός Μηχανικός BEng MSc