Είναι μία από εκείνες τις παλιές διδακτικές ιστορίες που έλεγαν οι παπούδες στα παιδιά τους, για να τους εμφυσήσουν τη σοφία των εμπειριών τους. Την αλιεύσαμε στο διαδίκτυο και την μεταφέραμε εδώ.
Μια φορά κι έναν καιρό, ο άνθρωπος και η αρκούδα, έγιναν αδέλφια και αποφάσιζαν να ζουν μαζί. Ένα βράδυ του χειμώνα, όταν έξω έκανε παγωνιά, η αρκούδα πήρε στην αγκαλιά της τον άνθρωπο-αδελφό, τον σκέπασε με τα τεράστια της χέρια και πόδια και όλη τη νύχτα τον κράτησε ζεστό κάτω από την πελώρια της γούνα. Το πρωί, σαν ξύπνησαν, τον ρώτησε αν κοιμήθηκε ζεστά.
-Θαυμάσια, απάντησε ο άνθρωπος, αλλά έχεις, βρε αδελφέ, μια πολύ άσχημη μυρωδιά.
Αφού φάγανε μαζί, η αρκούδα ζήτησε από τον άνθρωπο μια χάρη. Επειδή έπρεπε να φύγει σε διαφορετική κατεύθυνση, και για να θυμάται για πάντα την φιλία τους, έπρεπε με ένα τσεκούρι, να τον χαρακώσει δυνατά στην πλάτη.
-Μα, τι λες, απάντησε ο άνθρωπος, είμαστε αδέλφια και αυτό δεν μπορώ να το κάνω. Θα σε πονέσω πολύ.
-Θα το κάνεις, είπε η αρκούδα. Γιατί αν το κάνω εγώ σε σένα, με τη δύναμη που έχω, θα σε σκοτώσω.
Με πόνο καρδιάς, το έκανε ο άνθρωπος και έμπηξε το τσεκούρι στην πλάτη της αρκούδας-αδελφό.
Αγκαλιάστηκαν μετά από αυτό οι δυο τους και πήραν ο καθένας διαφορετική κατεύθυνση. Ο καιρός πέρασε γρήγορα όμως και περίπου ένα χρόνο μετά, συναντήθηκαν ξανά στο δάσος.
-Αδελφέ μου, έτρεξε πρώτος ο άνθρωπος. Κάτσε να δω την πληγή σου από το τσεκούρι.
-Ποιο τσεκούρι; ρώτησε η αρκούδα.
-Το τσεκούρι που σε χτύπησα και σου άφησα στην πλάτη σου.
-Α! Το τσεκούρι λες. Πάει αυτό, το έχω ξεχάσει προ καιρού και δεν μου άφησε κανένα σημάδι. Εκείνα τα λόγια, όμως, που μου είπες εκείνο το πρωί, μου έχουν μείνει ακόμα και πονάω, είπε η αρκούδα....