Στο οροπέδιο Τσανγκτάνγκ, στην περιοχή του Λαντάκ στη βόρεια Ινδία, η 65χρονη Kunzis Dolma και ο γιος της, Thinlay Nurboo, συνεχίζουν μια παράδοση που περνά από γενιά σε γενιά: την εκτροφή γιακ σε ένα από τα πιο αφιλόξενα ορεινά περιβάλλοντα του κόσμου. Ωστόσο, η κλιματική αλλαγή, οι οικονομικές δυσκολίες και η εγκατάλειψη της κτηνοτροφίας από τους νέους απειλούν να βάλουν τέλος σε αυτόν τον τρόπο ζωής, όπως καταγράφει ρεπορτάζ του Noema Magazine, που δημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο του 2026. Η καθημερινότητα της οικογένειας ξεκινά στις έξι το πρωί, με το άρμεγμα των ζώων. Ακολουθούν η παρασκευή βουτύρου, τυριού και άλλων παραδοσιακών προϊόντων, αλλά και η πολύωρη συνοδεία του κοπαδιού στα βουνά.
Ο Thinlay φροντίζει περίπου 90 δικά του γιακ, καθώς και άλλα 100 που ανήκουν σε κατοίκους οι οποίοι εγκατέλειψαν την εκτροφή. Η εργασία δεν σταματά ούτε τη νύχτα, καθώς λύκοι, λεοπαρδάλεις του χιονιού και αδέσποτοι σκύλοι απειλούν τα ζώα. Την ίδια ώρα, οι αλλαγές στο κλίμα δυσκολεύουν ολοένα και περισσότερο την επιβίωση των κοπαδιών. Οι χειμώνες γίνονται συντομότεροι, οι χιονοπτώσεις μειώνονται και οι βροχοπτώσεις είναι λιγότερο προβλέψιμες.
Η βλάστηση περιορίζεται, αναγκάζοντας τους κτηνοτρόφους να αναζητούν βοσκοτόπια σε μεγαλύτερα υψόμετρα, ενώ η υποχώρηση των παγετώνων επηρεάζει και τη διαθεσιμότητα του νερού. Παράλληλα, όλο και περισσότεροι νέοι εγκαταλείπουν τις οικογενειακές δραστηριότητες, επιλέγοντας την εκπαίδευση και την αναζήτηση εργασίας στις πόλεις. Η εκτροφή γιακ απαιτεί αδιάκοπη παρουσία, σκληρή δουλειά και διαβίωση σε απομονωμένες περιοχές, χωρίς να εξασφαλίζει πάντα σταθερό εισόδημα.
Ο Thinlay προσπαθεί να διατηρήσει την οικογενειακή δραστηριότητα, αξιοποιώντας το γάλα των ζώων για την παραγωγή παραδοσιακών προϊόντων, όπως το σκληρό τυρί chhurpi και το βούτυρο mar-khok, τα οποία διαθέτει σε καταστήματα βιολογικών προϊόντων στη Λεχ, την πρωτεύουσα του Λαντάκ.
Ωστόσο, η εμπορική αξιοποίηση δεν αρκεί για να αντιμετωπίσει όλες τις πιέσεις που δέχεται η νομαδική κτηνοτροφία. Η ανησυχία του για το μέλλον είναι έκδηλη. «Ίσως να μη μείνουν πια βοσκοί. Ίσως να υπάρχουν μόνο τουρίστες με κάμερες», λέει, περιγράφοντας τον φόβο ότι μια παράδοση αιώνων μπορεί να χαθεί και να μείνει μόνο ως εικόνα για τους επισκέπτες. Για την οικογένεια, όμως, η εκτροφή δεν είναι απλώς ένα επάγγελμα, αλλά ένας τρόπος ζωής και ένα κομμάτι της ταυτότητάς της.
Διαβάστε επίσης
Περού: Ο κεντροαριστερός… Χίτλερ Μουσολίνι εξελέγη δήμαρχος
Η Google AI την οδήγησε σε παράνομο κυνήγι – Κατήγγειλε μόνη της τον εαυτό της