Στις 3 Μαΐου 1810, ο Τζορτζ Γκόρντον, γνωστός ως Λόρδος Βύρων, πέρασε κολυμπώντας τον Ελλήσποντο, τα σημερινά Δαρδανέλλια, από την ευρωπαϊκή προς την ασιατική ακτή. Ήταν τότε 22 ετών και ταξίδευε στην Ανατολή, σε μια περίοδο που θα επηρέαζε βαθιά τόσο το έργο του όσο και τη μετέπειτα σχέση του με την Ελλάδα.
Η διάσχιση έγινε από την περιοχή της Σηστού προς την Άβυδο, διαδρομή συνδεδεμένη με τον αρχαίο μύθο του Ηρώ και της Λεάνδρου. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Λέανδρος κολυμπούσε κάθε νύχτα τα νερά του Ελλήσποντου για να συναντήσει την αγαπημένη του Ηρώ. Ο Βύρων, επηρεασμένος από την αρχαιότητα και τον ρομαντικό φιλελληνισμό της εποχής, θέλησε να επαναλάβει αυτόν τον άθλο. Μαζί του κολύμπησε και ο υποπλοίαρχος Γουίλιαμ Έκενχεντ, ο οποίος, σύμφωνα με μεταγενέστερες αναφορές, τερμάτισε μάλιστα λίγα λεπτά πριν από τον ποιητή.
Το εγχείρημα δεν ήταν απλή επίδειξη. Τα ρεύματα του στενού θεωρούνταν επικίνδυνα και η προσπάθεια είχε προηγουμένως αποτύχει. Η επιτυχής διάσχιση, που διήρκεσε περίπου μία ώρα και δέκα λεπτά, εντυπωσίασε τον ίδιο τον Βύρωνα. Σε επιστολή του προς τη μητέρα του φέρεται να έγραψε ότι καμάρωνε για αυτό το επίτευγμα περισσότερο απ’ όσο θα καμάρωνε για οποιαδήποτε πολιτική, ποιητική ή ρητορική δόξα.
Το γεγονός ενέπνευσε και το ποίημά του «Written After Swimming from Sestos to Abydos», στο οποίο ο Βύρων συνδέει τον προσωπικό του άθλο με τον αρχαίο μύθο. Μεταγενέστερα, η διάσχιση του Ελλήσποντου θεωρήθηκε από πολλούς σημείο αναφοράς για την ιστορία της κολύμβησης ανοιχτής θαλάσσης.
Για την ελληνική ιστορική μνήμη, το επεισόδιο αποκτά πρόσθετη σημασία επειδή προαναγγέλλει τη βαθύτερη σύνδεση του Βύρωνα με τον ελληνικό κόσμο. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Άγγλος ποιητής θα ταυτιζόταν με τον φιλελληνισμό και θα πέθαινε στο Μεσολόγγι το 1824, έχοντας μετατραπεί σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ευρωπαϊκά σύμβολα υποστήριξης της Ελληνικής Επανάστασης.