Οικονομία

Παγκόσμια ανησυχία για την ανεργία

Προβληματισμός για την ανεργία

Τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας (ILO) στις 27 Ιανουαρίου του 2010 για την ανεργία σε παγκόσμιο επίπεδο είχαν προκαλέσει απόγνωση. Επρόκειτο για το υψηλότερο ποσοστό που είχε καταγραφεί ποτέ για την ανεργία. Το ποσοστό αυτό προκλήθηκε κατά την περίοδο της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης, μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers. "212 εκατομμύρια άνθρωποι χωρίς δουλειά" ανέφερε τότε η έκθεση του ΙLO. Ο αριθμός αυτός, μεταφρασμένος σε ποσοστό, ανερχόταν στο 6,6% του παγκόσμιου πληθυσμού.

Δέκα χρόνια μετά, η κατάσταση εμφανίζεται βελτιωμένη. Σε καμία περίπτωση όμως η συνολική εικόνα δεν είναι ρόδινη. Σήμερα 188 εκατομμύρια άνθρωποι δεν έχουν εργασία, ενώ παράλληλα ο παγκόσμιος πληθυσμός έχει αυξηθεί σημαντικά. Επίσης ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι 165 εκατομμύρια ανθρώπων που έχουν δουλειά, δεν διαθέτουν επαρκή εισοδήματα, αναφέρει η Διεθνή Οργάνωση Εργασίας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του διεθνούς οργανισμoύ συνολικά 470 εκατομ. άνθρωποι στον πλανήτη, είτε δεν έχουν καθόλου ή έχουν μερική πρόσβαση στην αγορά εργασίας και κατά συνέπεια δεν μπορούν να στηρίξουν οικονομικά τη ζωή τους.

Πόσο πιθανή είναι μια επανάληψη του 2010;

Σύμφωνα με τον Στέφαν Κουν, έναν εκ των συντακτών των ετήσιων εκθέσεων της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας για την ανεργία, τα συστήματα εργασίας διεθνώς δεν έχουν γίνει κατ' ανάγκη πιο ισχυρά. Από το 2020 μέχρι σήμερα, παρατηρεί ο ειδικός, οι χρηματοπιστωτικές αγορές είναι εκείνες που έχουν χαλυβδωθεί περισσότερο. Ωστόσο τα ελλείμματα στους προϋπολογισμούς πολλών κρατών έχουν αυξηθεί, περιορίζοντας σε πολλές χώρες τα περιθώρια δράσης.

Σήμερα το παγκόσμιο ποσοστό ανεργίας κυμαίνεται στο 5,4% και αναμένεται να κινηθεί σταθερά τα επόμενα χρόνια. Όπως παρατηρεί ο Στέφαν Κουν, η σταδιακή μείωση του ποσοστού ανεργίας καταγράφηκε κυρίως μέχρι το 2018 και έκτοτε έχει σταματήσει. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Γερμανία είχε σημειώσει το δικό της αρνητικό ρεκόρ στην ανεργία νωρίτερα από το 2010 και συγκεκριμένα το 2005, χρονιά κατά την οποία οι άνεργοι στην χώρα ανήλθαν στα 5,2 εκατομμύρια. Ο τότε σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ, στο πλαίσιο της περίφημης "Ατζέντα 2010" είχε θέσει ως στόχο, μεταξύ άλλων, τη μείωση της ανεργίας. Τον Δεκέμβριο του 2019 ο αριθμός των ανέργων στη Γερμανία ήταν σχεδόν 2,23 εκατομύρια. Ωστόσο η επίδραση που είχαν τα μέτρα λιτότητας της "Ατζέντας 2010" παραμένει μέχρι σήμερα αμφιλεγόμενη.

Τέλος, πίσω στο 2009, τη χρονιά με το θλιβερότερο ρεκόρ ανεργίας παγκοσμίως, οι χώρες που φαίνονταν να πλήττονται ήταν κυρίως οι βιομηχανικές χώρες της Ευρώπης, της Ασίας και της Βόρειας Αμερικής, ενώ οι αναδυόμενες οικονομίες είχαν καταφέρει τότε να αντέξουν τους κλυδωνισμούς. Δέκα χρόνια μετά οι αναδυόμενες οικονομίες είναι αυτές που πλήττονται περισσότερο, με χώρες όπως η Βραζιλία ή η Τουρκία να πρέπει να προβούν σε νομισματικές υποτιμήσεις προκειμένου να διαφυλάξουν τις εθνικές οικονομίες τους από την κατάρρευση. Κι όπως εκτιμά ο Κουν: "Το πρόβλημα σε αυτές τις χώρες είναι ότι δεν διαθέτουν τις δομές για να δημιουργήσουν έντονη εγχώρια ζήτηση".

Μίχαελ Ντονχάουζερ, dpa Επιμέλεια: Δήμητρα Κυρανούδη

Πηγή: Deutsche Welle

 

Οικονομία

ΕΛΣΤΑΤ: 3,9 δισ. ευρώ έχασαν τα νοικοκυριά το 2ο τρίμηνο λόγω πανδημίας

ΕΛΣΤΑΤ

Δραματικές ήταν οι επιπτώσεις της πανδημίας  στα νοικοκυριά καθώς η μείωση του εισοδήματος οδήγησε σε καθίζηση των καταναλωτικών δαπανών.  Αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ σύμφωνα με τα οποία  το δεύτερο τρίμηνο του 2020, το διαθέσιμο εισόδημα του τομέα των νοικοκυριών και των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων που εξυπηρετούν νοικοκυριά (ΜΚΙΕΝ) μειώθηκε κατά 11,8% σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους, από 32,83 δισ. ευρώ σε 28,96 δισ. ευρώ.

Μείωση κατά 3,87 δισ. ευρώ (από 32,83 δισ. ευρώ σε 28,96 δισ. ευρώ) ή κατά 11,8% σημείωσε το διαθέσιμο εισόδημα του τομέα των νοικοκυριών και των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων που εξυπηρετούν νοικοκυριά το β’ τρίμηνο εφέτος σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους. Παράλληλα, η τελική καταναλωτική δαπάνη μειώθηκε κατά 4,1 δισ. ευρώ (από 32,5 δισ. ευρώ σε 28,4 δισ. ευρώ) ή κατά 12,7%. Ωστόσο, το ποσοστό αποταμίευσης, που ορίζεται ως η ακαθάριστη αποταμίευση προς το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα, ήταν 1,9% το β’ τρίμηνο του 2020, έναντι 0,9% το β’ τρίμηνο του 2019.

Από τα στοιχεία για τους τριμηνιαίους μη χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς θεσμικών τομέων που δημοσιοποίησε η ΕΛΣΤΑΤ, προκύπτουν επίσης τα εξής:

*Οι ιδιωτικές επενδύσεις (ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου) του τομέα των μη χρηματοοικονομικών εταιρειών ανήλθαν στο ποσό των 2,1 δισ. ευρώ. Το ποσοστό των επενδύσεων του τομέα που ορίζεται ως οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου προς την ακαθάριστη προστιθέμενη αξία, ήταν 16,3% έναντι 18,5% το β’ τρίμηνο του 2019.

*Στο εξωτερικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών καταγράφηκε έλλειμμα 2,03 δισ. ευρώ, έναντι ελλείμματος 0,09 δισ. ευρώ που είχε καταγραφεί το β’ τρίμηνο του 2019. Οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών μειώθηκαν κατά 5,36 δισ. ευρώ ή κατά 5,36%, ενώ οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών μειώθηκαν κατά 7,31 δισ. ευρώ ή κατά 7,3%.

*Ο τομέας της Γενικής Κυβέρνησης παρουσίασε καθαρή λήψη δανείων 4,8 δισ. ευρώ, έναντι καθαρής χορήγησης δανείων 0,3 δισ. ευρώ το β’ τρίμηνο του 2019. Επιπρόσθετα καταγράφηκε πλεόνασμα στο εξωτερικό ισοζύγιο πρωτογενών εισοδημάτων, τρεχουσών και κεφαλαιακών μεταβιβάσεων ύψους 0,63 δισ. ευρώ, έναντι πλεονάσματος 0,71 δισ. ευρώ που είχε καταγραφεί το β’ τρίμηνο πέρυσι. Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω, η συνολική οικονομία παρουσίασε καθαρή λήψη δανείων 1,4 δισ. ευρώ β’ το δεύτερο τρίμηνο του 2020, ενώ το αντίστοιχο περυσινό τρίμηνο η καθαρή χορήγηση δανείων ανέρχονταν σε 0,62 δισ. ευρώ.

Όπως σημειώνει η ΕΛΣΤΑΤ, τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν σήμερα είναι προσωρινά και αντανακλούν τις επιπτώσεις στο ΑΕΠ της πανδημίας και των περιοριστικών μέτρων που τέθηκαν σε ισχύ. Ενώ, αναφορικά με τα μέτρα για τα διάφορα είδη δαπανών του κράτους, διάφορες νομοθετικές ρυθμίσεις κυρώθηκαν μετά το τέλος του α’ τριμήνου 2020 και οι ταμειακές πληρωμές που αντιστοιχούν σε αυτά τα μέτρα πραγματοποιούνται κατά την περίοδο μετά το α’ τρίμηνο. Παράλληλα, τα στοιχεία αναμένεται να αναθεωρηθούν, όταν καταρτιστούν και ανακοινωθούν τα προσωρινά στοιχεία για το γ’ τρίμηνο 2020 με βάση επικαιροποιημένα πρωτογενή στοιχεία που θα έχουν καταστεί διαθέσιμα (π.χ. τριμηνιαίοι μη χρηματοοικονομικοί λογαριασμοί Γενικής Κυβέρνησης, τριμηνιαίοι εθνικοί λογαριασμοί, κ.λπ.). Επιπλέον, δεν έχει ενσωματωθεί η αναθεώρηση των ετήσιων εθνικών λογαριασμών με έτος βάσης το 2015, εργασία που βρίσκεται σε εξέλιξη.