Ο Ντόναλντ Τραμπ επανεξελέγη πρόεδρος των ΗΠΑ με δύο βασικές υποσχέσεις: να τερματίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία «μέσα σε 24 ώρες» και να κρατήσει τη χώρα του μακριά από άλλους «ατέρμονες πολέμους».
Σχεδόν δύο χρόνια μετά τη συντριπτική εκλογική του νίκη, ο ρωσοουκρανικός πόλεμος συνεχίζεται χωρίς να διαφαίνεται προοπτική τερματισμού, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εμπλακεί σε μία ακόμη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.
Δύο συγκρούσεις με απρόβλεπτη έκβαση έχουν εκτινάξει το κόστος των καυσίμων σε ιστορικά υψηλά επίπεδα παγκοσμίως και εντείνουν τις αμφιβολίες για το αν οι εφοδιαστικές αλυσίδες θα αντέξουν την πίεση.
Η εικόνα των καυσίμων
Μέσω των Στενών του Ορμούζ πλέουν πλέον ελάχιστα πλοία καθημερινά και αυτά που το τολμούν, το κάνουν είτε με δική τους ευθύνη είτε με τη συνοδεία του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού.
Ο αγωγός της Σαουδικής Αραβίας, της μεγαλύτερης εξαγωγού αργού πετρελαίου στον κόσμο, τέθηκε ουσιαστικά εκτός λειτουργίας για περισσότερο από μία εβδομάδα: επιθέσεις από φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές ανάγκασαν σε διακοπή λειτουργίας τον αγωγό «East-West» (Ανατολής-Δύσης), τη μοναδική εναλλακτική λύση της χώρας έναντι των Στενών του Ορμούζ, αν και το πρακτορείο Reuters μετέδωσε στις 24 Σεπτεμβρίου ότι οι εργασίες στον αγωγό είχαν ξεκινήσει και δεξαμενόπλοια ανέμεναν τη φόρτωσή τους. Οι αντάρτες Χούθι επεκτείνουν τον έλεγχό τους στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ, ένα ακόμη κρίσιμο θαλάσσιο πέρασμα.
Παράλληλα, η Ρωσία, με τα διυλιστήριά της να έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές από ουκρανικές επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones), ετοιμάζεται να παρατείνει για έναν ακόμη μήνα την απαγόρευση εξαγωγών ντίζελ. Ο εφοδιασμός της εγχώριας αγοράς της φαντάζει πλέον σχεδόν ανέφικτος στόχος. Πρόκειται για ένα εκρηκτικό κοκτέιλ, το οποίο φέρνει τον κόσμο στα πρόθυρα μιας νέας ενεργειακής κρίσης.
Αν την άνοιξη το βασικό πρόβλημα ήταν τα καύσιμα αεροσκαφών, τώρα οι ανησυχίες εστιάζονται στο ντίζελ. Η Μόσχα, παραδοσιακός προμηθευτής της Ευρώπης, έχει θέσει εκτός λειτουργίας σχεδόν τη μισή δυναμικότητα διύλισής του. Το Ριάντ έχει ουσιαστικά εξαφανιστεί από την αγορά, καθώς τρεις βασικές εγκαταστάσεις, τα διυλιστήρια Γιανμπού, Σαμρέφ και Γιασρέφ, όλα στην Ερυθρά Θάλασσα, λειτουργούν με μειωμένη δυναμικότητα αναγκάζοντας τις κρατικές Αρχές να διακόψουν όλες τις αποστολές αργού και καυσίμων προς την Ευρώπη.
Στη «σκιά» της ενεργειακής κρίσης
Όλα αυτά τα δεδομένα, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα της εξέλιξης και των δύο μετώπων οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο κόσμος θα μπορούσε να βιώσει ακόμη ένα μεγάλο «ενεργειακό σοκ» μέσα σε λιγότερο από πέντε χρόνια, με τους ειδικούς να στέλνουν δραματικές προειδοποιήσεις για το κόστος της ενέργειας. Ειδικά στην Ευρώπη, που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές, η μόνη διέξοδος είναι η διαφοροποίηση των πηγών και η μείωση της ζήτησης.
Αν δεν έχει ξεσπάσει ακόμη μια πλήρης ενεργειακή κρίση, αυτό οφείλεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι η προσφορά πετρελαίου υπερέβαινε τη ζήτηση πριν από την επίθεση Τραμπ-Νετανιάχου κατά του Ιράν και τα στρατηγικά αποθέματα ήταν σε πολύ υψηλό επίπεδο. Αυτό δεν ισχύει πλέον, μετά την ταχεία κατανάλωσή τους στα αρχικά στάδια του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ και μετά την πρόσφατη απόφαση να απελευθερωθούν μεγάλες ποσότητες στρατηγικών αποθεμάτων από Ευρώπη και ΗΠΑ.
Και ενώ όλοι έχουν στραμμένα τα βλέμματα στο πετρέλαιο, το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ δεν αφήνει ανεπηρέαστο το φυσικό αέριο που ήταν ο μεγαλύτερος «εφιάλτης» την περίοδο της ενεργειακής κρίσης του 2022-2023. Τα αποθέματα LNG στην ευρωπαϊκή ήπειρο βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας και περίπου 20 ποσοστιαίες μονάδες κάτω από τα συνήθη επίπεδα για την εποχή. Το Κατάρ έχει βρεθεί εκτός αγοράς λόγω των Στενών του Ορμούζ, οι ροές από τη Νορβηγία αγγίζουν τα όριά τους και ο ανταγωνισμός με την Ασία είναι πολύ εντονότερος σε σχέση με πριν από λίγους μήνες.
Το στοίχημα για την Ευρώπη
Βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, είναι απαραίτητη η ρεαλιστική διαχείριση των επιπτώσεων στην Ευρώπη που αποδεικνύεται και σε αυτή την κρίση πόσο ευάλωτη είναι. Αυτό αφορά και σε επανεξέταση των στόχων της πράσινης μετάβασης, δίνοντας περισσότερο χρόνο στη λειτουργία μονάδων παραγωγής φυσικού αερίου αλλά και σε διυλιστήρια.
Μακροπρόθεσμα, η απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα θα πρέπει να επιταχυνθεί καθώς φαίνεται ότι δεν αποτελεί πλέον απλώς μια στρατηγική για το κλίμα, αλλά μια στρατηγική ασφάλειας. Η εγχώρια παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές είναι, εξ ορισμού, άτρωτη σε γεωπολιτικές αναταράξεις. Οι άνεμοι που πνέουν στη Βόρεια Θάλασσα δεν υπόκεινται σε κυρώσεις. Οι ηλεκτρολυτικές κυψέλες που παράγουν πράσινο υδρογόνο δεν επηρεάζονται από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. Παράλληλα, τα βιοκαύσιμα και τα συνθετικά καύσιμα μπορούν να παράγονται σε εγχώριο επίπεδο και να αναμειγνύονται με υγρά καύσιμα.
Ωστόσο, η μετάβαση αυτή εξαρτάται από μια εφοδιαστική αλυσίδα που είναι και η ίδια εκτεθειμένη σε γεωπολιτικούς κινδύνους. Οι κρίσιμες πρώτες ύλες, όπως το λίθιο, το κοβάλτιο και τα στοιχεία σπανίων γαιών, που είναι απαραίτητα για τις μπαταρίες, τις ανεμογεννήτριες και τους ηλεκτροκινητήρες, συγκεντρώνονται σε μεγάλο βαθμό σε ελάχιστες χώρες, με κυριότερη την Κίνα. Οι πρώτες ύλες για τα βιοκαύσιμα, κυρίως τα χρησιμοποιημένα μαγειρικά έλαια, προέρχονται επίσης κατά κύριο λόγο από την Κίνα. Η Ευρώπη δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη μία στρατηγική εξάρτηση με μια άλλη για ακόμη μία φορά.
Απαιτείται μια ολοκληρωμένη ενεργειακή στρατηγική που να συνδυάζει δεσμευτικούς στόχους διαφοροποίησης, στρατηγικά αποθέματα διυλισμένων προϊόντων και LNG, ανθεκτικές εφοδιαστικές αλυσίδες κρίσιμων υλικών και εναλλακτικών καυσίμων, καθώς και μια μόνιμη επενδυτική δομή που δεν θα χρειάζεται να ανακατασκευάζεται από το μηδέν κάθε φορά που ξεσπά μια κρίση. Η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοήσει ακόμη μία κρίση που δοκιμάζει τα όριά της αλλά και την ίδια την επιβίωση των λαών της.
πηγή: ethnos.gr
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Οι αριθμοί ευημερούν, τα νοικοκυριά όχι - 6 στα 10 "μόλις που τα βγάζουν πέρα"
Φορολογικό «σωσίβιο» το 2026: Ποιες ηλεκτρονικές αποδείξεις μειώνουν το εισόδημα