Μήπως ο κόσμος γέμισε με εκατομμύρια υποψηφίους για τη νόσο Αλτσχάιμερ;
Οι πρόσφατες ανακαλύψεις για την πιο συχνή νευροεκφυλιστική νόσο και η συνεπακόλουθη αμφιλεγόμενη στροφή στον ορισμό της φαίνεται να έχουν χωρίσει την επιστημονική κοινότητα σε δύο στρατόπεδα, προκαλώντας έντονες συζητήσεις.
Και αυτό διότι το ασυμπτωματικό (προκλινικό) Αλτσχάιμερ έχει στην πράξη δημιουργήσει μία σύνθετη «γκρίζα ζώνη», στην οποία βρίσκονται άνθρωποι χωρίς κανένα σύμπτωμα.
Ετσι, ενώ για ορισμένους ο εντοπισμός των ιχνών μιας ασθένειας που μπορεί να εκδηλωθεί χρόνια ή ακόμη και δεκαετίες αργότερα αποτελεί την αρχή της θεραπευτικής λύσης, για άλλους συνιστά έναν αμφιλεγόμενο δρόμο.
Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα με τη σειρά. Μέχρι πρόσφατα, η διάγνωση βασιζόταν κυρίως στην προοδευτική έκπτωση της μνήμης και των γνωστικών λειτουργιών.
Οπως, όμως, περιγράφει με γλαφυρό τρόπο σε άρθρο του στο «New Yorker» ο ανθρωπολόγος Manvir Singh, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, υπάρχουν δύο σημαντικοί «σταθμοί» που άλλαξαν τα δεδομένα.
Θεραπείες
Ο πρώτος χρονικά εντοπίζεται το 2021, καθώς από εκείνη τη χρονιά και έπειτα η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA) ενέκρινε τρεις θεραπείες με μονοκλωνικά αντισώματα που αποσκοπούν στην επιβράδυνση της εξέλιξης της νόσου. Ολα στοχεύουν στο αμυλοειδές, ένα πρωτεϊνικό συστατικό που συσσωρεύεται στον εγκέφαλο και σχηματίζει τις χαρακτηριστικές πλάκες, οι οποίες έχουν συνδεθεί με τη νόσο Αλτσχάιμερ. Από τις τρεις θεραπείες, οι δύο τελευταίες κυκλοφορούν σήμερα στην αγορά.
Η δεύτερη εξέλιξη – σταθμός αφορά τη διάγνωση. Τον Μάιο του 2025 ο FDA ενέκρινε τον πρώτο αιματολογικό βιοδείκτη για την ανίχνευση παθολογικών ευρημάτων που σχετίζονται με τη νόσο Αλτσχάιμερ.
Μάλιστα, οι εξετάσεις αίματος που αναπτύχθηκαν τα τελευταία χρόνια προσεγγίζουν σε ακρίβεια τις εξετάσεις PET scan και την ανάλυση εγκεφαλονωτιαίου υγρού. Εκτοτε ακολούθησαν άλλες τρεις εγκρίσεις. «Για πρώτη φορά διαθέτουμε απλές εξετάσεις αίματος που σου λένε αν έχεις Αλτσχάιμερ», σχολίασε χαρακτηριστικά ο Bill Gates.
Προσδοκίες
Η πρόοδος στα δύο κρίσιμα αυτά πεδία έχουν δημιουργήσει προσδοκίες. Το σκεπτικό όπου εδράζεται η αισιοδοξία αυτή είναι ότι εάν μπορούμε να εντοπίσουμε τη βιολογική διαδικασία της νόσου πριν από την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων και εάν διαθέτουμε φάρμακα που μπορούν να επιβραδύνουν την εξέλιξή της, τότε ίσως ανοίγει ο δρόμος για την πρόληψη της άνοιας.
Εντούτοις και σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο νευρολόγος του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας, Howard Feldman, περίπου ένας στους τέσσερις ανθρώπους άνω των 65 ετών, χωρίς εμφανή γνωστική έκπτωση, παρουσιάζει συσσώρευση αμυλοειδούς στον εγκέφαλο. Σε παγκόσμιο επίπεδο, αυτό μεταφράζεται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους που θα μπορούσαν συνεπακόλουθα, να χαρακτηριστούν ως εν δυνάμει πάσχοντες.
Ωστόσο, η παρουσία αμυλοειδούς δεν αποτελεί τεκμήριο ότι θα ακολουθήσει η νόσος. Μόλις το 5%-10% των ανθρώπων αυτών εκτιμάται ότι θα εμφανίσει Αλτσχάιμερ μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια. Σε ό,τι αφορά τον κίνδυνο σε ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής τους, οι σχετικές μελέτες τον τοποθετούν περίπου στο 25%-33%.
Η διαφωνία
Και σε αυτό ακριβώς το σημείο προκύπτει και η διαφωνία στους κόλπους της επιστημονικής κοινότητας. Για τους υποστηρικτές της νέας προσέγγισης, η διάγνωση πρέπει να προηγείται της εμφάνισης των συμπτωμάτων. Και αυτό διότι, όπως υποστηρίζουν, όταν ένας ασθενής εμφανίσει άνοια, έχει ήδη υποστεί εκτεταμένη νευροεκφύλιση και συνεπώς οι χαμένες νευρικές συνδέσεις και μνήμες δεν μπορούν να αποκατασταθούν. Υπό το πρίσμα αυτό, η παρέμβαση πρέπει να γίνεται όσο το δυνατόν νωρίτερα.
Από την άλλη πλευρά, οι επικριτές προειδοποιούν ότι η παρουσία αμυλοειδούς δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ένας άνθρωπος θα αναπτύξει άνοια. Επιπλέον, μέχρι σήμερα δεν έχει αποδειχθεί ότι η χορήγηση των συγκεκριμένων αντισωμάτων σε ανθρώπους χωρίς γνωστική έκπτωση, αλλά με θετικούς βιοδείκτες, μπορεί να αποτρέψει την εμφάνιση της νόσου. Με άλλα λόγια, υπάρχει ο κίνδυνος να δίνεται μια μελλοντική διάγνωση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ψυχολογία εκείνων που την έχουν λάβει, χωρίς να υπάρχει ακόμη αποδεδειγμένη θεραπευτική παρέμβαση.
Η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται, ωστόσο, στον ορισμό της νόσου. Αφορά και την αποτελεσματικότητα των νέων φαρμάκων με το ερώτημα να μένει ανοιχτό.
Νέα εποχή στη θεραπευτική της νόσου
Η πλειονότητα των επιστημόνων που ασχολούνται με την άνοια και τη νόσο Αλτσχάιμερ πιστεύουν ότι η διάγνωση της νόσου πρέπει να είναι συνδυασμός κλινικών εκδηλώσεων και βιολογικών δεικτών, μιλάμε δηλαδή για μια κλινικοπαθολογική οντότητα. Υπάρχουν άτομα που έχουν θετικούς βιοδείκτες αλλά δεν εμφανίζουν συμπτώματα, αυτά τα άτομα δεν είναι ασθενείς, είναι άτομα σε κίνδυνο για ανάπτυξη νόσου Αλτσχάιμερ.
Ο όρος προσυμπτωματικό ή προκλινικό στάδιο της νόσου Αλτσχάιμερ πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο για άτομα με εξαιρετικά υψηλή πιθανότητα να εμφανίσουν
συμπτώματα άνοιας όπως αυτά με τις αυτόσωμες επικρατητικές μεταλλάξεις.
Ενας θετικός βιοδείκτης σε ένα συμπτωματικό άτομο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα νοσήσει κατά τη διάρκεια της ζωής του. Οι βιοδείκτες επιτρέπουν την αναγνώριση των ατόμων σε κίνδυνο για νόσο Αλτσχάιμερ και την ισχυρή σύσταση προς αυτούς να εφαρμόσουν παρεμβάσεις ελέγχου των τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου.
Θέλω να τονίσω τα μονοκλωνικά αντιαμυλοειδικά αντισώματα προορίζονται για αυστηρά επιλεγμένους συμπτωματικούς ασθενείς, δηλαδή για άτομα στο στάδιο της
Ηπιας Νοητικής Διαταραχής ή της ήπιας άνοιας. Τα δε αποτελέσματά τους είναι ενθαρρυντικά καταρχήν γιατί προκαλούν έως και 35% επιβράδυνση σε διάστημα
18 μηνών! Μιλάμε για μια νέα εποχή στη θεραπευτική της νόσου, την εποχή των τροποποιητικών αιτιολογικών θεραπειών.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
ΗΠΑ: Διπλή νίκη για τους Δημοκρατικούς, κέρδισαν και τη Γερουσία και τη Βουλή των Αντιπροσώπων
Τέλη κυκλοφορίας 2027: Νέος οδηγός με ερωτήσεις και απαντήσεις για απαλλαγή, ασφάλεια και ΚΤΕΟ
Κρήτη: Η παραίτηση της γιατρού στο Κέντρο Υγείας λίγες ημέρες μετά τα εγκαίνια από τον Γεωργιάδη