Η εσχάτη ημέρα, όχι ένδοξο επιστέγασμα αλλά η τελική εξουθένωση, φέρει το βάρος μιας κούρασης όχι απλώς ανθρώπινης αλλά ιερουργικής, σαν λιβάνι που πνίγει μάλλον παρά ευφραίνει. Πάνω στην Ιερουσαλήμ αιωρείται η βαριά κόπωση των αιώνων, μια σκόνη από δέρματα θυμάτων και στεναγμούς αργόσυρτων ψαλμών· κι η οσμή της δεν πείθει πια για θυσία, περισσότερο μοιάζει με την αφόρητη οικειότητα της συνήθειας.
Μέσα σ’ αυτό το τοπίο της τελετουργικής αφλογιστίας, όπου η πείνα του πνεύματος συγχέεται με τον ιδρώτα του δέρματος, Εκείνος στέκεται. Κι η φωνή του δεν είναι ούτε ψίθυρος απόκρυφος, ούτε ιαχή