Οικονομία

ΠΟΥ προς κράτη: Επενδύστε στην υγεία, διαφορετικά κινδυνεύετε με υποβάθμιση

παγκόσμιος οργανισμός υγείας

Οι χώρες που επενδύουν πολύ λίγα στη δημόσια υγεία μπορεί να δουν να υποβαθμίζεται η πιστοληπτική τους αξιολόγηση, σύμφωνα με τον επικεφαλής επιτροπής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας που θέλει να δημιουργηθεί ένας νέο παγκόσμιος οργανισμός που θα εξηγεί τους κινδύνους στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα από τις αποτυχίες σε επίπεδο υγειονομικής φροντίδας.

Τα σχόλια του Μάριο Μόντι έγιναν πριν από την παγκόσμια σύνοδο για την υγεία η οποία διεξάγεται την Παρασκευή στη Ρώμη και στην οποία οι ηγέτες από τις μεγαλύτερες οικονομίες της Ομάδας των 20 (G20) θα συζήτησουν την έκτακτη κατάσταση της πανδημίας του κορονοϊού και τρόπους για να αποφευχθούν μεγάλες υγειονομικές κρίσεις μελλοντικά.

«Μία πανδημία σαν αυτή θέτει τεράστιους κινδύνους όχι μόνο στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και στο συνολικό οικονομικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα», δήλωσε ο Μόντι στο Reuters.

Ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας προεδρεύει της Πανευρωπαϊκής Επιτροπής του ΠΟΥ για την Υγεία και τη Βιώσιμη Ανάπτυξη, που δημιουργήθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο από τον επικεφαλής του Οργανισμού για την Ευρώπη Χανς Κλούγκε.

Η επιτροπή αυτή έχει συστήσει στην G20 να δημιουργήσει ένα Παγκόσμιο Συμβούλιο Υγείας που θα ασχολείται με την αποτροπή μελλοντικών πανδημιών μέσω του εντοπισμού των κινδύνων, του καθορισμού διεθνών σημείων αναφοράς για την ετοιμότητα και της προώθησης επενδύσεων σε υποδομές υγείας.

Σύμφωνα με έκθεση της επιτροπής, εκτιμάται ότι παγκοσμίως έχουν χαθεί πάνω από 10 τρισεκ. δολάρια λόγω της πανδημίας της COVID-19 και των lockdowns που επιβλήθηκαν για να ανακοπεί η εξάπλωσή της και που είχαν ως αποτέλεσμα να κλείσουν επιχειρήσεις και να περιοριστούν οι άνθρωποι στα σπίτια τους.

«Κάθε προσπάθεια για την εκ των προτέρων ενοποίηση υγείας και χρηματοδότησης θα αποδώσει σε μεγάλο βαθμό», δήλωσε ο Μόντι σε συνέντευξη.

Το συμβούλιο υγείας θα διαμορφωθεί σύμφωνα με το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (FSB), που συστήθηκε μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και βοήθησε στον καθορισμό των παγκόσμιων ρυθμιστικών πλαισίων με στόχο να μειωθούν οι χρηματοπιστωτικοί και τραπεζικοί κίνδυνοι, δήλωσε ο Μόντι.

Στόχος του θα είναι να αντιστραφεί η τάση που παρατηρείται σε πολλά πλούσια κράτη να μειώνουν τις δαπάνες για την υγεία μετά την κρίση του 2008.

Προκειμένου να πειστούν οι χώρες να δαπανήσουν περισσότερα, οι κίνδυνοι για την υγεία μπορούν να μεταφραστούν σε χρηματοπιστωτικούς κινδύνους, όπως έγινε και με την κλιματική αλλαγή, δήλωσε ο Μόντι. Τα κράτη που υποεπενδύουν μπορεί στη συνέχεια να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο υποβάθμισης της πιστοληπτικής τους αξιολόγησης.

«Οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης μπορεί να λάβουν υπόψιν στις αξιολογήσεις τους την υγειονομική ετοιμότητα», ανέφερε σε έκθεσή της τον Μάρτιο η επιτροπή, στα μέλη της οποίας περιλαμβάνεται η Σιλβί Γκουλάρ, υποδιοικητής της κεντρικής τράπεζας της Γαλλίας.

Ο Μόντι δήλωσε ότι τα πλουσιότερα κράτη μπορεί να αντιμετωπίσουν «το μαστίγιο της πιστοληπτικής αξιολόγησης» εάν δαπανήσουν λιγότερα για την υγεία, ενώ οι φτωχότερες χώρες ίσως αρχικά να βοηθηθούν να δαπανήσουν περισσότερα με αναπτυξιακή βοήθεια.

Ο ίδιος είπε ότι είναι πολύ νωρίς να εκτιμηθεί το μέγεθος των επενδύσεων που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί επαρκές, σημειώνοντας ότι κάθε χώρα θα έχει εξατομικευμένους στόχους.

 

ΕΙΔΗΣΕΙΣ:

"Γίνε αγρότης και θα πάρεις 40 χιλιάδες ευρώ!" - Το κάλεσμα του Υπουργείου

Αχιλλέας Γκίκας στο Ράδιο Κρήτη: Τι είπε για γάμους, self test και περιστατικά θρομβώσεων

Καλίν για Νετανιάχου: Είναι δολοφόνος βρεφών

Οικονομία

Ελληνικά ομόλογα: Αποδόσεις 39% τα τελευταία δύο έτη και 120% την τελευταία πενταετία

Ράλι στα ομόλογα

Η νέα «ψήφος εμπιστοσύνης» προς την ελληνική οικονομία και η «αγάπη» των διεθνών επενδυτών για τους κρατικούς ελληνικούς τίτλους αποτυπώθηκε στην πρόσφατη επανέκδοση του 10ετούς ομολόγου. Την περασμένη εβδομάδα το spread των 10ετών ομολόγων της Ελλάδας έναντι εκείνων της Γερμανίας μειώθηκε για λίγο κάτω από 100 μονάδες βάσης για πρώτη φορά από το 2008.

Τα ελληνικά ομόλογα, που κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους, εμφάνιζαν αποδόσεις ακόμα και 33% στη 10ετία, κέρδισαν την εμπιστοσύνη των επενδυτών. Πλέον, η μεταβλητότητά τους έχει πέσει από το 69% που ήταν το 2015 στο 3,8%, δηλαδή σε επίπεδα χαμηλότερα του παγκόσμιου μέσου όρου και πολύ κοντά στα αμερικανικά ομόλογα, που θεωρούνται τα ασφαλέστερα στον κόσμο.

Τα ελληνικά ομόλογα έχουν το χαμηλότερο ρίσκο και τις υψηλότερες αποδόσεις από όλους τους κρατικούς τίτλους παγκοσμίως.

Στο επίπεδο των συνολικών αποδόσεων, οι ελληνικοί τίτλοι έδωσαν στους επενδυτές 120% τα τελευταία πέντε χρόνια, την ώρα που τα ευρωπαϊκά ομόλογα έδωσαν 19%, τα αμερικανικά 13%, τα ασιατικά 8% και τα παγκόσμια 13%, δείχνουν τα στοιχεία του Bloomberg.

Τα τελευταία δύο χρόνια, τα ελληνικά ομόλογα δίνουν συνολικές αποδόσεις 39%.

Το τρέχον περιβάλλον είναι άκρως ευνοϊκό για τα ομόλογα. Οι γενναίες κινήσεις χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής διεθνώς, και ειδικά της ΕΚΤ είναι απόλυτα ευνοϊκή για τα ευρωπαϊκά ομόλογα.

Η ΕΚΤ μέσω της Τραπέζης της Ελλάδος (στο πλαίσιο του προγράμματος πανδημίας ΡΕΡΡ) κατέχει περίπου το 41,5% των διαπραγματεύσιμων ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου. Συνολικά στο χαρτοφυλάκιο ΕΚΤ-ΤτΕ βρίσκονται ομόλογα ονομαστικής αξίας 25,68 δισ. από το σύνολο των περίπου 62 δισ. που είναι διαπραγματεύσιμα.

Όμως, ακόμη και χωρίς την στήριξη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όταν υπάρξουν αλλαγές στη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ με τη μορφή του περιορισμού των αγορών μέσω PEPP ή μια αρκετά μακρινή αύξηση επιτοκίων, τα ελληνικά ομόλογα θα μπορέσουν να σταθούν αξιοπρεπώς.

Η Standard & Poors, αλλά και κορυφαίοι επενδυτικοί οίκοι διαβεβαιώνουν σε εκθέσεις τους ότι η Ελλάδα μπορεί να αντέξει και χωρίς να αγοράζει τα ομόλογά της η ΕΚΤ.

Μάλιστα στο πολύ μακρινό σενάριο της αύξησης των επιτοκίων, τα ελληνικά ομόλογα μπορεί να ευνοηθούν, αφού οι επενδυτές θα στραφούν σε ασφαλέστερες τοποθετήσεις στις οποίες περιλαμβάνονται οι ελληνικοί κρατικοί τίτλοι (όσο και εάν ξαφνιάζει μία τέτοια εκτίμηση) λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών του χρέους.

Περίπου 60% του χρέους κατέχεται από τον λεγόμενο "επίσημο τομέα" και δεν επηρεάζεται από τις διακυμάνσεις των επιτοκίων και δεν μπορεί να αγοραστεί από την ΕΚΤ. Από το σύνολο του χρέους των περίπου 350 δισ. ευρώ, μόνο ένα ποσοστό περίπου 5% αναχρηματοδοτείται από το 2019 με τις εκδόσεις ομολόγων, ενώ υπάρχει ζήτηση για ελληνικούς τίτλους που δεν μπορεί να καλυφθεί.

Μέχρι και τις αρχές του 2023 η Ελλάδα αναμένεται να αποκτήσει την ελάχιστη επενδυτική βαθμίδα, οπότε μετά το τέλος του έκτακτου προγράμματος, που εκπονήθηκε λόγω της πανδημίας, θα μπορεί να ενταχθεί και επισήμως στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ με τους όρους που θα ισχύσουν εκείνη την περίοδο.

Όμως ενώ οι αποδόσεις των ελληνικών ομόλογων είναι εντυπωσιακές, το Χ.Α., παρά την άνοδο του σε υψηλά 17 μηνών, υπολείπεται σημαντικά από την πορεία των ελληνικών ομολόγων. Μία δυσαρμονία που αργά η γρήγορα, όπως εκτιμούν χρηματιστηριακοί αναλυτές, θα πρέπει να αποκατασταθεί τουλάχιστον έως έναν βαθμό.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Μέτρα στήριξης για τουρισμό: Παράταση «ΣΥΝ-ΕΡΓΑΣΙΑ» έως τέλη Σεπτεμβρίου

ΑΑΔΕ: “Σαφάρι” ηλεκτρονικών διασταυρώσεων

Ακατάσχετος λογαριασμός: Το νέο έτος η αύξησή του