Επιστήμη

Νέα έρευνα: Ο Νότιος Πόλος θερμαίνεται τρεις φορές πιο γρήγορα

Νότιος Πόλος

Παρότι ο Νότιος Πόλος θεωρείται «ανθεκτικός» στην κλιματική αλλαγή και την υπερθέρμανση του πλανήτη, μία νέα έρευνα που δημοσιεύθηκε αυτήν την εβδομάδα στο Nature Climate Change, ανατρέπει τα μέχρι τώρα δεδομένα. Συγκεκριμένα, η έρευνα υποστηρίζει ότι ο Νότιος Πόλος θερμαίνεται τρεις φορές πιο γρήγορα τις τελευταίες τρεις δεκαετίες και ένα σημαντικό μέρος αυτής της θέρμανσης αποδίδεται στην κλιματική αλλαγή που προκαλείται από τον άνθρωπο.

Η μελέτη διαπίστωσε ότι ο πόλος είχε θερμανθεί κατά 1,8 βαθμούς Κελσίου μεταξύ 1989 και 2018, με τον ρυθμό θέρμανσης να αυξάνεται από την αλλαγή της χιλιετίας.

Ενώ η θερμοκρασία του Νότιου Πόλου μπορεί να επηρεαστεί από πολλά φυσικά φαινόμενα, όπως οι θερμοκρασίες των ωκεανών στον τροπικό Ειρηνικό, η μελέτη διαπίστωσε ότι η κλιματική αλλαγή είχε σχεδόν σίγουρα αντίκτυπο.

Ο Kyle Clem, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Victoria του Ουέλλινγκτον και ένας από τους συγγραφείς της μελέτης έγραψε στον «Guardian»: «Η ανάλυσή μας αποκαλύπτει ακραίες διακυμάνσεις στις θερμοκρασίες του Νότιου Πόλου που μπορούν να εξηγηθούν εν μέρει από τη φυσική τροπική μεταβλητότητα» και συνέχισε: «Για να εκτιμήσουμε την επίδραση της κλιματικής αλλαγής που προκαλείται από τον άνθρωπο, αναλύσαμε περισσότερες από 200 προσομοιώσεις κλιματικών μοντέλων με παρατηρούμενες συγκεντρώσεις αερίων του θερμοκηπίου κατά την περίοδο μεταξύ 1989 και 2018.

»Αυτά τα κλιματικά μοντέλα δείχνουν ότι οι πρόσφατες αυξήσεις των αερίων του θερμοκηπίου συνέβαλαν πιθανώς περίπου στο 1 ℃ του συνολικά 1,8 ℃ της θέρμανσης στο Νότιο Πόλο.

»Η παρατηρούμενη υπερθέρμανση υπερβαίνει το 99,9% όλων των πιθανών τάσεων χωρίς ανθρώπινη επιρροή κάτι που σημαίνει ότι η πρόσφατη αύξηση της θερμοκρασίας είναι εξαιρετικά απίθανο να συνέβη από φυσικές συνθήκες, αν και όχι αδύνατο», τονίζει μεταξύ άλλων ο επιστήμονας, όπως αναφέρει το LADbible. 

Οι θερμοκρασίες έχουν καταγραφεί στο σταθμό Amundsen-Scott South Pole, το νοτιότερο παρατηρητήριο καιρού της Γης, από το 1957 και κυμαίνονται από 1 βαθμό Κελσίου πριν από το 2000, σε 1,8 βαθμούς Κελσίου τα τελευταία 30 χρόνια.

Ως εκ τούτου, ο Κλεμ προειδοποίησε ότι αυτή η φυσική παραλλαγή θα μπορούσε να εντείνει τις επιπτώσεις της  κλιματικής αλλαγής τις επόμενες δεκαετίες.

«Αλλά η μελέτη μας αποκαλύπτει ακραίες και απότομες κλιματικές μεταβολές που αποτελούν μέρος του κλίματος του εσωτερικού της Ανταρκτικής. Αυτές πιθανότατα θα συνεχιστούν στο μέλλον, προσπαθώντας είτε να κρύψουν την ανθρώπινη επιρροή είτε να την εντείνουν όταν οι διαδικασίες φυσικής θέρμανσης και το φαινόμενο του θερμοκηπίου λειτουργούν παράλληλα», καταλήγει ο Κλέμ

 

Επιστήμη

Έρευνα: Η καρδιακή ανακοπή είναι συχνή στους ασθενείς με σοβαρή Covid-19

ανακοπη καρδιας

Η καρδιακή ανακοπή είναι συχνή σε βαρέως πάσχοντες ασθενείς με Covid-19 και σχετίζεται με κακή πρόγνωση για την εξέλιξη τους, ιδίως όσοι είναι άνω των 80 ετών, σύμφωνα με μια νέα μεγάλη μελέτη Αμερικανών επιστημόνων. Η επιβίωση των ασθενών μετά από καρδιακή ανακοπή διέφερε ανάλογα με την ηλικία, κυμαινόμενη από ποσοστό 21% για τους κάτω των 45 ετών έως μόνο 3% για τους άνω των 80 ετών.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον δρα Σαλίμ Χάγιεκ του Τμήματος Καρδιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο βρετανικό ιατρικό περιοδικό "British Medical Journal" (BMJ), ανέλυσαν στοιχεία για 5.019 ασθενείς άνω των 18 ετών, νοσηλευθέντες σε μονάδες εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ) 68 αμερικανικών νοσοκομείων.

Η μελέτη βρήκε ότι 701 ασθενείς (ποσοστό 14% ή περίπου ο ένας στους επτά) με μέση ηλικία 63 ετών έπαθαν καρδιακή ανακοπή μέσα σε 14 μέρες από την εισαγωγή τους στο νοσοκομείο και, από αυτούς, μόνο οι 400 (57%) υποβλήθηκαν σε καρδιοπνευμονική ανάνηψη. Οι τελευταίοι αυτοί ήσαν κατά μέσο όρο νεότεροι σε ηλικία και, από αυτούς, μόνο το 12% (οι 48 από τους 400) τελικά επέζησαν.

Οι ασθενείς που έπαθαν καρδιακή ανακοπή, είχαν περισσότερα υποκείμενα νοσήματα και ήταν πιθανότερο να έχουν εισαχθεί σε ΜΕΘ με λιγότερα κρεβάτια. Αυτό, κατά τους ερευνητές, δείχνει ότι πιθανώς η δυναμικότητα ενός νοσοκομείου, η στελέχωση του σε προσωπικό και η εμπειρία μπορεί να παίζουν σημαντικό ρόλο για την επιβίωση ενός ασθενούς με σοβαρή Covid-19.