Απόψεις

Σκέψεις για τη διαχείριση των νερών και την αντιμετώπιση της ανομβρίας στην Κρήτη

νερό

Αυτό που δεν αμφισβητεί πλέον κανείς, είναι η παρατεταμένη και έντονη ανομβρία των ετών 2015-2018 που έπληξε όλη την Κρήτη και που, σύμφωνα με τα μετεωρολογικά δεδομένα 40 ετών, αποτελεί τη δυσμενέστερη που έχει καταγραφεί. Σε έναν εκ των υστέρων απολογισμό, διαπιστώθηκε ότι η ανομβρία δημιούργησε “φόβο” στους πολίτες για τη συνεπακόλουθή της λειψυδρία, και σε πολλές περιπτώσεις έσπειρε “πανικό” στους διαχειριστές νερού. Ταυτόχρονα,  ανέδειξε αδυναμίες και ενίοτε κακοδιαχείριση του «πόρου» νερού. 

Γενικά συμπεράσματα, από τα ζητήματα που ανέδειξε η ανομβρία/λειψυδρία είναι: 
1. Η Κρήτη άντεξε με τις υφιστάμενες υποδομές της και αντιμετώπισε τη λειψυδρία σε ικανοποιητικό βαθμό.

2. Διαπιστώθηκαν προβλήματα διαχείρισης νερού από τους συλλογικούς φορείς που βρέθηκαν να είναι απροετοίμαστοι για μια τέτοια κατάσταση. Για παράδειγμα, είχαν αδειάσει τα φράγματα (Αποσελέμη, Φανερωμένη) παρά τις αντίθετες απόψεις των επιστημόνων, σε αρκετές περιπτώσεις ο μηχανολογικός εξοπλισμός αποδείχθηκε ανέτοιμος (πχ έλλειψη  εφεδρικών αντλιών, κακή συντήρηση εξοπλισμού, σπατάλη νερού από τα δίκτυα κλπ), δεν υπήρχαν εφεδρείες νερού ούτε επιχειρησιακό σχέδιο αντιμετώπισης τέτοιας κατάστασης κ.α.  

3. Αναδύθηκε, επίσης, το ζήτημα της διακυβέρνησης του νερού, το οποίο περιχαρακώνεται από το πολύπλοκο θεσμικό πλαίσιο διαχείρισης των νερών, το οποίο απαιτεί την ενεργό συμμετοχή όλων των εμπλεκομένων φορέων σε όλα τα επίπεδα: στο Εθνικό επιτελικό επίπεδο (κυβέρνηση, υπουργεία, Βουλή, Επιτροπές), στο Περιφερειακό επίπεδο (Αποκεντρωμένη Διοίκηση, Περιφέρεια, Δήμοι) ενώ παράλληλα,  συμπεριέλαβε και τους χρήστες νερού - Υπηρεσίες Ύδατος (ΔΕΥΑ,ΤΟΕΒ, ΟΑΚ, Ιδιώτες). Στη διακυβέρνηση πρέπει να προσθέσουμε και τα χρηματοδοτικά εργαλεία (ΕΣΠΑ, Εθνικοί Πόροι κλπ) των σχετικών με τους  υδατικούς πόρους υποδομών καθώς αυτοί, έμμεσα, συμμετέχουν στη λήψη απόφασης. 

4. Η πολυπλοκότητα του συστήματος διακυβέρνησης δημιουργεί «ντε φάκτο» ζητήματα άμεσης λήψης απόφασης και ενίοτε παρεκκλίνει από τη «χρηστή διακυβέρνηση» κατά τη διαδικασία εφαρμογής της. Η «Χρηστή Διακυβέρνηση»,  σύμφωνα με το Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για την Ανάπτυξη /UNDP, πρέπει να εμπεριέχει εννέα σημαντικά χαρακτηριστικά: να είναι συμμετοχική, προσανατολισμένη στην επίτευξη συναίνεσης, υπεύθυνη-υπόλογη, διαφανής, αποτελεσματική-αποδοτική, δίκαιη, χωρίς κοινωνικούς αποκλεισμούς, να ακολουθεί τους κανόνες Δικαίου και να έχει στρατηγικό όραμα.
5. Τα αντανακλαστικά σε περιφερειακό επίπεδο ήταν άμεσα και «ελήφθησαν αποφάσεις» έγκαιρα, που αφενός άμβλυναν ή, στις περισσότερες περιπτώσεις,  μηδένισαν την έλλειψη νερού και αφετέρου έλυσαν χρονίζοντα προβλήματα διαχείρισης νερού. Η λήψη απόφασης στηρίχθηκε σε επιστημονικά (υδρολογικά, υδραυλικά) δεδομένα, την αρχή της συναίνεσης και την ορθολογική διαχείριση του νερού. Για παράδειγμα, από τη συνεργασία των Δημάρχων Ρεθύμνης και Αποκόρωνα, του  ΟΑΚ και της Δ/νσης Υδάτων, η περιοχή από το Ρέθυμνο μέχρι και τη Γεωργιούπολη δεν αντιμετώπισε προβλήματα. Ο υδροφορέας της Αγυιάς αναρρυθμίστηκε με συγκεκριμένο σχέδιο προστασίας και έδωσε μεγαλύτερες ποσότητες νερού, έπειτα από τη συνεργασία/συναίνεση της Αντιπεριφέρειας Χανίων, του Δήμου Χανίων, της ΔΕΥΑΧ, του ΟΑΚ, των ΤΟΕΒ της περιοχής και περιβαλλοντικών οργανώσεων. Ο ΤΟΕΒ Ζάκρου αντιμετώπισε τη λειψυδρία με ρυθμίσεις στην αρδευτική δόση. Ο Δήμος Ηρακλείου αντικατέστησε δίκτυα που εμφάνιζαν μεγάλες απώλειες νερού και ενίσχυσε τις αντλήσεις από υπόγεια νερά. Ο ΤΟΕΒ Ιεράπετρας, που είχε και το μεγαλύτερο πρόβλημα, αντιμετώπισε εξίσου ικανοποιητικά το πρόβλημα της λειψυδρίας.

Τα μαθήματα που προέκυψαν για μια μελλοντική αντιμετώπιση ανομβρίας συνοψίζονται στα παρακάτω:

1. Τα φαινόμενα της ανομβρίας και των πλημμυρών θα ενταθούν στο μέλλον και θα εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα, όπως προβλέπεται από τα σενάρια της κλιματικής αλλαγής.
2. Σύγχρονες μελέτες τεκμηριώνουν ότι το υδατικό δυναμικό της Κρήτης επαρκεί να για καλύψει τις ανάγκες της. 

3. Αυτό που απαιτείται είναι ο ορθολογική διαχείριση, η οποία συμπεριλαμβάνει τόσο τη ζήτηση (χρήση νερού) όσο και την προσφορά νερού (υδραυλικά έργα).

4. Η ορθολογική διαχείριση της Ζήτησης θα προσθέσει νερό για νέες χρήσεις, νερό που τώρα σπαταλείται σε βάρος του περιβάλλοντος και της οικονομίας των χρηστών νερού (σπατάλη λόγω αντλήσεων κλπ). Η διαχείριση αυτή βαρύνει, κυρίως, τους Χρήστες νερού, οι οποίοι είναι (σύμφωνα με την καταναλισκόμενη ποσότητα νερού για την Κρήτη που ισοκατανέμεται) οι Δήμοι, ΔΕΥΑ, ΤΟΕΒ, ΟΑΚ και Ιδιώτες, με την Περιφέρεια Κρήτης και τη Διεύθυνση Υδάτων  να έχουν συντονιστικό - επικουρικό ρόλο.

5. Η ορθολογική διαχείριση της προσφοράς νερού απαιτεί σχεδιασμό έργων για την αντιμετώπιση της υφιστάμενης έλλειψης νερού αλλά και της μελλοντικής ανεπάρκειάς του, υπό το πρίσμα της προβλεπόμενης κλιματικής αλλαγή. 

6. Ο σχεδιασμός θα πρέπει να βασισθεί στη συνδυασμένη εκμετάλλευση του υπόγειου (πηγές - γεωτρήσεις) και του επιφανειακού (φράγματα)  υδατικού δυναμικού καθώς, σήμερα, το 93% περίπου της ποσότητας νερού που καταναλώνεται προέρχεται από τα υπόγεια νερά. Κυρίως, όμως, θα πρέπει να συνυπολογίσει την ισόρροπη ανάπτυξη της Κρήτης, να υποστηρίξει τους δυο πυλώνες της οικονομίας (τουρισμό, γεωργία), να ικανοποιήσει τις υφιστάμενες ανάγκες νερού ή την εξοικονόμηση νερού, να εντοπίσει τη βέλτιστη τεχνικοοικονομική λύση, τη δικαιότερη κατανομή μεταξύ των χρηστών νερού και να ιεραρχήσει τις χρήσεις νερού και τα υδραυλικά έργα. 

7. Ο περιφερειακός σχεδιασμός αφορά κύρια στην Περιφέρεια Κρήτης και επιμέρους στις ΔΕΥΑ, ΟΑΚ και ΤΟΕΒ στην περιοχή ευθύνη τους. Βαρύνει, ωστόσο, και τα Υπουργεία που διαθέτουν τα χρηματοδοτικά εργαλεία για την υλοποίηση - κατασκευή νέων έργων. 

Συνοψίζοντας, αν και οι υδατικοί πόροι του νησιού είναι επαρκείς για να καλύψουν τις υφιστάμενες και μελλοντικές ανάγκες, η ανισοκατανομή των πόρων (χρονικά και χωρικά) και  οι αναμενόμενες επιπτώσεις των κλιματικών αλλαγών, επιβάλλουν την εκπόνηση και εφαρμογή Επιχειρησιακών Σχεδίων διαχείρισης των υδάτων με έμφαση στις ακραίες καταστάσεις (ανομβρία-πλημμύρες) τόσο σε περιφερειακό επίπεδο όσο και σε επίπεδο Υπηρεσιών Χρήσεων νερού (ΔΕΥΑ, ΤΟΕΒ, ΟΑΚ). Ζητούμενο, η «Χρηστή Διακυβέρνηση» που θα αμβλύνει τα προβλήματα τα οποία οφείλονται στο πολύπλοκο θεσμικό πλαίσιο λήψης απόφασης για τα ύδατα.

Δρ. Μαρίνος Κριτσωτάκης
(μέλος Δ.Σ. ΓΕΩΤ.Ε.Ε. - Παράρτημα Κρήτης)

 

Απόψεις

Η κριτική σκέψη και η ανάπτυξή της. Του Τάσου Τιτάκη

κριτική σκέψη

Η κριτική σκέψη είναι η ικανότητα να μπορείς να σκέφτεσαι και να μπορείς να κρίνεις.  Δεν είναι έμφυτη αλλά καλλιεργείται. Για να επιτευχθεί αυτό πρέπει οι μαθητές να εκτίθενται σε καταστάσεις που τους υποχρεώνουν να σκέφτονται και να κρίνουν. Ο Dewey που θεωρείται ο πατέρας της κριτικής σκέψης, υποστηρίζει ότι  είναι το αντίθετο της παθητικής πρόσληψης και αναπαραγωγής της πληροφορίας. Είναι ουσιαστικά μια διαδικασία επίλυσης προβλημάτων.

Η κριτική σκέψη αποτελεί ανώτερο είδος σκέψης που χαρακτηρίζεται  από τη χρήση αξιολογικών κριτηρίων για την επίλυση ποικίλων προβλημάτων και τη λήψη αποφάσεων, από διαδικασίες αξιολόγησης, επιλογής, από δυνατότητες αμφισβήτησης, επανεξέτασης του αξιολογικού συστήματος, αυτοδιόρθωσης  και από την εφαρμογή των κανόνων της λογικής  (Ματσαγγούρας ,2002). Στηρίζεται στη Λογική, η οποία χρησιμοποιεί συλλογισμούς και τα επιχειρήματα τους και απαιτεί δεξιότητες ανάλυσης, σύγκρισης και σύνθεσης. Η κριτική σκέψη είναι αλληλένδετη με τη δημιουργικότητα και αναπτύσσει μεταγνωστικές ικανότητες (η  σκέψη για τη σκέψη).

Με την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης επιδιώκεται η ανάπτυξη της προσωπικότητας, η απόκτηση έγκυρης γνώσης και η προετοιμασία του μαθητή για τη ζωή. Είναι απαραίτητη για τη δημιουργία ελεύθερων και ενεργών πολιτών  και αποτελεί θεμέλιο της δημοκρατικής κοινωνίας.

Είναι γεγονός ότι η κριτική σκέψη απουσιάζει απ’ το εκπαιδευτικό σύστημα όπου κυριαρχεί η στείρα απομνημόνευση. Ενώ στη θεωρία είναι ένας απ’ τους σκοπούς της εκπαίδευσης στην πράξη δεν επιδιώκεται, γιατί η ύλη είναι μεγάλη, οι εκπαιδευτικοί δεν έχουν μάθει να την αναπτύσσουν  στα παιδιά,  είναι πιο επίπονη διαδικασία για τους εκπαιδευτικούς επειδή απαιτεί προετοιμασία και η Πολιτεία στην πραγματικότητα δεν την επιθυμεί. Καμιά εξουσία δεν θέλει πολίτες που θα σκέφτονται καθαρά και κριτικά και δεν θα καταπίνουν «αμάσητα» οτιδήποτε τους σερβίρεται ως αλήθεια.

Ο Dewey, o Bruner και άλλοι παιδαγωγοί υποστήριξαν ότι η μέθοδος διδασκαλίας που συμβάλλει ιδιαίτερα στη νοητική ανάπτυξη των παιδιών και της ικανότητας επίλυσης κοινωνικών προβλημάτων είναι εκείνη που προάγει τον προβληματισμό και προωθεί τη διερευνητική μελέτη των προβλημάτων. Οι μαθητές εργάζονται ως μικροί επιστήμονες και ερευνητές, παρατηρούν, συσχετίζουν, επαληθεύουν υποθέσεις και, με επαγωγικούς συλλογισμούς, καταλήγουν σε τεκμηριωμένες προτάσεις. Ο ερευνητικός χαρακτήρας του τρόπου διδασκαλίας εξασφαλίζει την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης.

Βασικές διδακτικές προσεγγίσεις που αναπτύσσουν την κριτική σκέψη και τη μετάβαση απ’ την αποστήθιση στην έρευνα και στο «μαθαίνω πώς να μαθαίνω» είναι η ερευνητική- αποκαλυπτική μέθοδος, τα σχέδια εργασίας (project), η διαθεματική  και η βιωματική προσέγγιση, η ομαδοσυνεργατική μέθοδος και η διδασκαλία με αξιοποίηση των Νέων Τεχνολογιών.

Τεχνικές που είναι κατάλληλες για την ανάπτυξη της κριτικής και δημιουργικής σκέψης είναι  η συζήτηση/διάλογος, το παιχνίδι ρόλων-δραματοποίηση, η προσομοίωση, η μελέτη περίπτωσης, η επίλυση προβλήματος, ο καταιγισμός ιδεών, η διδακτική αξιοποίηση εικόνας, η ενσωμάτωση στοιχείων της σύγχρονης ζωής, η χρήση των Νέων Τεχνολογιών ως δυναμικών εργαλείων μάθησης, η εκπαιδευτική επίσκεψη ,η συνέντευξη (Μαυρίκης 2007).

   Για την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης οι μαθητές πρέπει  να λύνουν προβλήματα, να ενθαρρυνθούν να κάνουν ερωτήσεις, να εξετάζουν εναλλακτικές επεξηγήσεις και λύσεις, να συζητούν και να αιτιολογούν όχι μόνο ακαδημαϊκά θέματα αλλά και ηθικά, δημόσια και πολιτικά θέματα, να βρεθούν σε κατάσταση γνωστικής σύγκρουσης (συνθήκες αμφισβήτησης της υπάρχουσας γνώσης), να αντιπαραθέτουν ιδέες . Σημαντικό ρόλο έχει και η χρήση ερωτήσεων:

ερωτήσεις διερευνητικές (π.χ. Θα μου δώσεις ένα παράδειγμα; Γιατί νομίζεις ότι συνέβη αυτό;)

ερωτήσεις  που διερευνούν παραδοχές ή υποθέσεις (π.χ. Πού το ξέρεις; Θα μπορούσε κανείς να το αμφισβητήσει αυτό;)

 ερωτήσεις σχετικές με άλλες απόψεις (π.χ. Τι υποστήριξε ο άλλος; Γιατί; Πώς υποστηρίζουν εκείνοι την άποψή τους;)

ερωτήσεις που διερευνούν τις επιπτώσεις κάθε άποψης (π.χ. Ποια επίπτωση θα είχε αυτή η άποψη αν επικρατούσε; Αν συμβαίνει αυτό, τι άλλο θα πρέπει επίσης να συμβαίνει;)

 ερωτήσεις  που υποστηρίζουν την ομοφωνία (π.χ. Πώς θα μπορούσες να μετακινηθείς από την άποψή σου; Ποιες απ’ τις απόψεις του άλλου θα μπορούσες να δεχτείς;)

ερωτήσεις  ανοιχτές που αφήνουν πλήρη ελευθερία έκφρασης (π.χ. Τι θα έκανες εσύ αν ήσουν στη θέση του ήρωα; Τι θα γινόταν αν…)

 Ο R. Paul, υποστηρίζοντας τη γνώμη του για την αναγκαιότητα της κριτικής σκέψης λέει: « Η κριτική σκέψη είναι απαραίτητο εργαλείο για την επιβίωσή μας. Χρειαζόμαστε  την κοφτερή ματιά της για να κόψουμε όχι μόνο αυτά που καθημερινά προπαγανδίζουν οι υπηρετούντες τα ατομικά τους συμφέροντα, αλλά και αυτά που υποστηρίζουν ομάδες διαπλεκόμενων  συμφερόντων, οι οποίες είναι έτοιμες να θυσιάσουν το γενικό καλό της χώρας στα δικά τους βραχυπρόθεσμα κέρδη».

Τάσος Τιτάκης