Skip to main content
ΑΠΟΨΕΙΣ
Όταν η έρευνα γίνεται Ιστορία. του Δρα Γεωργίου Μιχ. Κορναράκη*
βιάννος
 clock 09:42 | 26/06/2025
writer icon newsroom ekriti.gr

Η Ιστορία ως επιστήμη είναι, πάνω απ’ όλα, μια πράξη επιλογής, κρίσης και ερμηνείας του παρελθόντος. Ο ιστορικός δεν μεταφέρει απλώς τα γεγονότα – τα επεξεργάζεται, τα ερμηνεύει και τα τοποθετεί σε ένα νοηματικό σύνολο. Αυτή η λειτουργία διαχωρίζει τον ιστορικό επιστήμονα από τον απλό ερευνητή ιστορίας.

Στην εποχή μας, η προφορική ιστορία έχει αποκτήσει σημαίνουσα θέση στη μελέτη του παρελθόντος. Δίνει φωνή σε κοινωνικές ομάδες που στο παρελθόν σιωπούσαν: Γυναίκες, εργάτες, πρόσφυγες, μειονότητες, πολιτικοί αντίπαλοι, θύματα πολέμων. Ωστόσο, η μέθοδος αυτή γεννά κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με τη φύση της ιστορικής γνώσης και τον ρόλο του ερευνητή: Πότε μια προφορική μαρτυρία γίνεται έγκυρη ιστορική πηγή; Πότε ο συλλέκτης μαρτυριών δικαιούται να ονομάζεται ιστορικός και όχι απλώς ερευνητής ιστορίας;

Ο δρόμος προς την ιστορική γνώση ξεκινά πάντοτε από την έρευνα. Ο ιστορικός (ή όποιος θέλει να γίνει ιστορικός) καλείται να αναζητήσει τεκμήρια: έγγραφα, αρχεία, προφορικές μαρτυρίες, αντικείμενα, φωτογραφίες, κινηματογραφικό υλικό. Αυτό το πρώτο στάδιο είναι καθαρά ερευνητικό. Ο επιστήμονας στέκεται ως ουδέτερος συλλέκτης απέναντι στα ίχνη του παρελθόντος, χωρίς να έχει ακόμη διατυπώσει κρίσεις ή συμπεράσματα. Δεν γράφει ακόμη τίποτε.

Ωστόσο, αυτό το στάδιο δεν αρκεί για να παραχθεί Ιστορία. Όπως τονίζει ο Paul Thompson (2000, σελ. 45), η προφορική μαρτυρία δεν είναι από μόνη της ιστορία, αλλά πρώτη ύλη για την ιστορική ερμηνεία. Ανάλογη άποψη διατυπώνει και ο Άλκης Ρήγος (2009, σελ. 30), σημειώνοντας ότι η προφορική ιστορία απαιτεί αυστηρή μεθοδολογική πλαισίωση ώστε να μην εκφυλιστεί σε απλή κοινωνιολογική αφήγηση ή υποκειμενικό βίωμα.

Το κρίσιμο σημείο έρχεται στο δεύτερο στάδιο: αυτό της ερμηνείας. Εδώ ο ερευνητής οφείλει να υποβάλει τα ευρήματά του σε κριτική επεξεργασία: να τα συγκρίνει, να τα διασταυρώσει με άλλες πηγές, να τα εντάξει στο ευρύτερο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο. Δεν υπάρχει «αντικειμενικό» παρελθόν που απλώς περιμένει να το αφηγηθούμε. Η Ιστορία είναι πάντοτε κατασκευή: μια αφήγηση που προκύπτει από την επιλογή και την ερμηνεία στοιχείων.

Στο στάδιο αυτό παρεμβαίνει αναπόφευκτα το υποκείμενο του ιστορικού - το προσωπικό του «εγώ»: οι θεωρητικές του προτιμήσεις, οι πολιτικές του ευαισθησίες, οι κοινωνικές του εμπειρίες. Ο Edward Carr (2001, σελ. 12) έδειξε με σαφήνεια ότι ο ιστορικός δεν είναι ποτέ έξω από την Ιστορία - η οπτική του διαμορφώνει την ερμηνεία που προτείνει στο κοινό του. Αυτή η «μεσολάβηση του εαυτού» δεν ακυρώνει την επιστημονικότητα της ιστορικής εργασίας, αλλά την καθιστά πιο συνειδητή και υπεύθυνη.

Η προφορική ιστορία εντείνει αυτή την ανάγκη συνείδησης: οι μνήμες των αφηγητών δεν είναι ουδέτερες, αλλά επηρεασμένες από το παρόν τους, τις κοινωνικές συγκυρίες, ακόμη και από το ποιος παίρνει τη συνέντευξη. Όπως υποστηρίζει ο Alessandro Portelli (1991, σελ. 75), η προφορική μαρτυρία δεν λέει πάντα «τι ακριβώς συνέβη», αλλά «τι σημαίνει αυτό που συνέβη» για τον αφηγητή - και αυτή η διάσταση είναι εξίσου πολύτιμη, αν αναλυθεί σωστά. Γίνεται όμως τέτοια ανάλυση ή στεκόμαστε την επιφάνεια;

Ο Έλληνας ιστορικός Βασίλης Παναγιωτόπουλος (2016, σελ. 58) τονίζει ότι χωρίς τη διασταύρωση προφορικών και γραπτών πηγών, η προφορική ιστορία κινδυνεύει να διολισθήσει σε απλή κατάθεση υποκειμενικών εμπειριών. Ο ιστορικός πρέπει να ελέγχει τα κενά, τις σιωπές, τις αντιφάσεις των αφηγητών - όχι να τα αποκρύπτει ή να τα εξιδανικεύει. Δυστυχώς έχουμε να αναφέρουμε πολλά παραδείγματα εξειδανίκευσης ή απόκρυψης !
Ιστορικές μαρτυρίες σε σύγκρουση: Το παράδειγμα της Κατοχής (1941–1944)

Η ανάγκη για αυστηρή και συνειδητή κριτική επεξεργασία των πηγών γίνεται ακόμη πιο εμφανής στην περίοδο της γερμανικής Κατοχής στην Ελλάδα (1941-1944), μια εποχή γεμάτη από συγκρουόμενες αφηγήσεις και αντιφατικές ερμηνείες.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της σφαγής στο Δίστομο (10 Ιουνίου 1944). Οι αφηγήσεις των επιζώντων παρουσιάζουν την καταστροφή ως τυφλό τρομοκρατικό αντίποινο των Γερμανών. Παρά ταύτα, ορισμένες μεταπολεμικές πηγές προσκείμενες σε συντηρητικούς κύκλους άφηναν υπονοούμενα ότι η αντίσταση των ανταρτών είχε «προκαλέσει» τη σφαγή, αλλοιώνοντας τη βαρύτητα της ναζιστικής θηριωδίας και μεταθέτοντας μέρος της ευθύνης στους αντάρτες (Δεληγιώργη, 2013, σελ. 102).

Αντίστοιχα, η περίπτωση των 200 εκτελεσμένων στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944 (1 Μαΐου 1944) υποβαθμίστηκε για δεκαετίες από την επίσημη ιστοριογραφία, που απέφυγε να αναγνωρίσει τον κομμουνιστικό χαρακτήρα της ομάδας των θυμάτων. Μόνο μεταπολιτευτικά επανήλθε στην ιστορική μνήμη το πολιτικό τους στίγμα, αποκαθιστώντας μια πραγματικότητα που είχε εσκεμμένα αποσιωπηθεί (Ρήγος, 2009, σελ. 45).

Ακόμη πιο σύνθετη είναι η συζήτηση γύρω από τα Τάγματα Ασφαλείας. Ενώ οι περισσότερες προφορικές και γραπτές πηγές των κατοίκων (αλλά και των αντιστασιακών οργανώσεων) καταγράφουν πράξεις συνεργασίας με τον κατακτητή και βιαιότητες εναντίον αμάχων, δεν έλειψαν «ιστορικοί» που, ιδίως στη μεταπολεμική περίοδο, προσπάθησαν να τους εμφανίσουν ως «σωτήρες της κοινωνικής τάξης» απέναντι στον κομμουνιστικό κίνδυνο - μια απολύτως μεροληπτική και ιστορικά διάτρητη αφήγηση (Παναγιωτόπουλος, 2016, σελ. 72).

Το ίδιο ισχύει και για τη στάση της Εκκλησίας. Παρότι ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός διασώζει επάξια τη φήμη του για την προστασία των Εβραίων της Αθήνας, υπάρχουν αποδείξεις ότι στην επαρχία και στη Θεσσαλονίκη αρκετοί εκκλησιαστικοί παράγοντες τήρησαν στάση σιωπής ή ακόμη και συνενοχής - ένα γεγονός που συχνά αποσιωπάται σε «εθνικά χρήσιμες» αφηγήσεις (Anastasakis, 2014, σελ. 79–80, Καραγιάννης, 2003, σελ. 120).

Άλλη χαρακτηριστική περίπτωση είναι η σφαγή της Βιάννου και των γύρω χωριών του Ηρακλείου Κρήτης (14–16 Σεπτεμβρίου 1943), μία από τις πιο αιματηρές μαζικές εκτελέσεις Ελλήνων από τα ναζιστικά στρατεύματα (Ψυχογυιός, 2009, σελ. 130). Οι γερμανικές δυνάμεις προχώρησαν σε εκτελέσεις άοπλων κατοίκων και καταστροφή ολόκληρων χωριών ως αντίποινα για την επίθεση ομάδας ανταρτών (με επικεφαλής τον Μανώλη Μπαντουβά) κατά γερμανικής ομάδας στο χωριό Κεφαλοβρύσι, όπου σκοτώθηκαν 2-3 Γερμανοί στρατιώτες.

Η γερμανική απάντηση υπήρξε ακραία: Πάνω από 450 άμαχοι εκτελέστηκαν και δεκάδες χωριά ισοπεδώθηκαν. Οι μαρτυρίες των επιζώντων καταγράφουν σκληρές εικόνες μαζικών εκτελέσεων, βασανιστηρίων και πείνας στα χρόνια που ακολούθησαν λόγω της καταστροφής της παραγωγής.

Ωστόσο, και εδώ παρατηρείται διαστρέβλωση ή μονομέρεια στην ερμηνεία των γεγονότων: Μεταπολεμικά, ορισμένοι «ιστορικοί» υποστήριξαν ότι οι αντάρτες «παρασύρθηκαν» και προκάλεσαν ανεύθυνα τη σφαγή - επιχειρώντας έτσι να μεταθέσουν την ευθύνη από τον ναζιστικό στρατό προς την ελληνική Αντίσταση. Αυτή η ερμηνεία αγνοεί τη στρατηγική τρομοκράτησης του πληθυσμού που αποτελούσε πάγια τακτική των Γερμανών στην Κρήτη και αλλοιώνει την πραγματική ιστορική εικόνα. Από τη μια πλευρά 3 θύματα από την άλλη 450.

Συμπεράσματα:

Ο ερευνητής ιστορίας γίνεται ιστορικός μόνο όταν περάσει από το στάδιο της απλής συλλογής στο στάδιο της κριτικής ανάλυσης και δημιουργικής σύνθεσης. Η εργασία του δεν σταματά στα αρχεία ή στις μαρτυρίες. Οφείλει να μετασχηματίσει τα ευρήματα σε ερμηνευτικό λόγο, να φωτίσει τις σχέσεις των γεγονότων, να ερμηνεύσει τα κενά, να αποκαλύψει τις σιωπές.

Αν δεν το πράξει, παραμένει απλός ερευνητής - χρήσιμος μεν, αλλά όχι ιστορικός επιστήμονας. Μόνο μέσω αυτής της διαδικασίας ο ιστορικός λόγος αποκτά κύρος και αξία ως εργαλείο κατανόησης του παρελθόντος.

Για να κατανοήσουμε πιο παραστατικά τη διαφορά ανάμεσα στον ερευνητή και τον ιστορικό, μπορούμε να τους παρομοιάσουμε με έναν συλλέκτη ξύλων και έναν τεχνίτη ξυλουργό. Ο ερευνητής μοιάζει με κάποιον που συγκεντρώνει ξύλα διαφόρων διαστάσεων, σχημάτων και ποιοτήτων και τα παραθέτει χωρίς να τα εντάξει σε κάποιο σύνολο με νόημα. Αντίθετα, ο ιστορικός θυμίζει τον τεχνίτη που επεξεργάζεται αυτά τα ετερόκλητα υλικά με τη γνώση, την κρίση και την τέχνη του και κατασκευάζει ένα επιμελημένο έπιπλο - ένα έργο που είναι ταυτόχρονα αισθητικά αξιόλογο και λειτουργικά χρήσιμο. Έτσι είναι και η αληθής ιστορία. Λειτουργικά χρήσιμη και επιστημονικά αξιόλογη. 

Επίλογος

Σε μια εποχή όπου η δημόσια ιστορία, οι επετειακές αφηγήσεις και οι «εύχρηστοι» μύθοι πληθαίνουν, ο ρόλος του ιστορικού επιστήμονα γίνεται πιο κρίσιμος από ποτέ. Δεν αρκεί η καταγραφή των γεγονότων - απαιτείται η ερμηνεία τους με σεβασμό στην πολυπλοκότητα του παρελθόντος και με κριτική επίγνωση των παγίδων που κρύβει η μνήμη. Μόνο έτσι η ιστορική έρευνα υπηρετεί την αλήθεια και την κοινωνία, αποφεύγοντας τον πειρασμό της ιδεολογικής χρήσης ή της σκόπιμης λήθης. Πότε λοιπόν η έρευνα γίνεται Ιστορία; Όταν τα ίχνη του παρελθόντος γίνονται κρίσιμος λόγος, και όχι απλή επανάληψη. Όταν ο ιστορικός στέκεται με ευθύνη, ελευθερία και επίγνωση μπροστά στην αλήθεια. Εσύ, αγαπητέ αναγνώστη, ποια ιστορία θα πιστέψεις; Αυτή με την παράθεση άκριτα πολλών πηγών προφορικής ιστορίας ή αυτή με την κρίση των πηγών και τη δημιουργία κριτικού και δημιουργικού, αλλά ανεξάρτητου ιστορικού λόγου;

Βιβλιογραφία:

Anastasakis, P. (2014). The Church of Greece under Axis Occupation. New York: Fordham University Press.

Carr, E. H. (2001). Τι είναι Ιστορία; Αθήνα: Θεμέλιο.

Δεληγιώργη, Ό. (2013). Προφορική ιστορία και συλλογική μνήμη: Ζητήματα μεθοδολογίας και ερμηνείας. Αθήνα: Θεμέλιο.

Καραγιάννης, Γ. Ν. (2003). Η Εκκλησία από την Κατοχή στον Εμφύλιο. Αθήνα: Προσκήνιο.

Παναγιωτόπουλος, Β. (2016). Η προφορική ιστορία και οι κίνδυνοι της υποκειμενικότητας. Αθήνα: Νεφέλη.

Portelli, A. (1991). The Death of Luigi Trastulli and Other Stories. Albany: SUNY Press.

Ρήγος, Ά. (2009). Η προφορική ιστορία ως πεδίο κοινωνικής αυτογνωσίας. Αθήνα: Εκδόσεις Βιβλιόραμα.

Thompson, P. (2000). The Voice of the Past: Oral History. Oxford: Oxford University Press.

Ψυχογυιός, Δ. (2009). Η Σφαγή της Βιάννου: Μαρτυρίες και Ιστορική Αποτίμηση. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

*ο Γεώργιος Μιχ. Κορναράκης είναι Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Κρήτης

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του ekriti.gr

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έγινε «τούρκος» ο Ερντογάν με Μόντι για Κύπρο και IMEC. του Νότη Μαριά*

Όλο μέλι, μέλι, και τηγανίτα τίποτα. του Θανάση Παπαμιχαήλ*

Ηράκλειο: Πρόστιμα «φωτιά» από τη Δημοτική Αστυνομία, με βάση το νέο ΚΟΚ

google news icon

Ακολουθήστε το ekriti.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις για την Κρήτη και όχι μόνο.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ράδιο Κρήτη © | 2013 -2026 ekriti.gr Όροι Χρήσης | Ταυτότητα Designed by Cloudevo, developed by Pixelthis