Απόψεις

Οι Ανακατατάξεις στην ΑΓΟΡΑ: Οι ευκαιρίες που δεν πρέπει να πάνε χαμένες. Του Μανώλη Γ. Ψαρουδάκη*

μανώλης ψαρουδάκης

Η παγκόσμια οικονομία φαίνεται να εισέρχεται μετά από την κορύφωση της πανδημίας του COVID-19 σε μια κρίση απότομης αύξησης των τιμών των αγαθών, με αιχμές τα τρόφιμα, την ενέργεια και τις μεταφορές.

Συνοπτικά, το βασικό γνώρισμα της κρίσης αυτής είναι η αύξηση του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (και φυσικά του πληθωρισμού), κύρια λόγω:

α. της επαναφοράς της ζήτησης από τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις σε προ Covid επίπεδα, β. των ανεπαρκειών σε πρώτων υλών (λόγω προβλημάτων στην παραγωγή και την εφοδιαστική αλυσίδα), γ. της ολιγοπωλιακής συγκέντρωσης της προσφοράς βασικών commodities, αλλά και δ. των ιδιαίτερα αυξημένων μεταφορικών ναύλων.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του φαινομένου αυτού είναι η αύξηση των τιμών στα τρόφιμα, καθώς οι διεθνείς τιμές τους αυξήθηκαν κατά 40% σε σύγκριση με την αρχή της πανδημίας.

Όπως μας πληροφορούν οι οικονομολόγοι, ένας παρατεταμένος και υψηλότερος του αποδεκτού πληθωρισμός αναμένεται να προκαλέσει αναστάτωση και στις χρηματαγορές, επηρεάζοντας τις ιδιωτικές επενδύσεις σε μία, ουσιαστικά αυτοτροφοδοτούμενη, αντίδραση. Επιπρόσθετα, οι επιπτώσεις του πληθωρισμού, στο επίπεδο της αναδιανομής του εισοδήματος, είναι ασύμμετρες καθώς αυτός μειώνει περισσότερο το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των ασθενέστερων οικονομικά στρωμάτων, ενώ ταυτόχρονα ευνοεί τους δανειζόμενους και πλήττει τους δανειστές (σε περίπτωση πολιτικής διατήρησης των βασικών επιτοκίων, φυσικά).

Σε κάθε περίπτωση, μια αποτελεσματική οικονομική πολιτική, μπορεί να μετριάσει τις αρνητικές παρενέργειες του πληθωρισμού, αμβλύνοντας μεταξύ άλλων τις επιπτώσεις της αβεβαιότητας. Είναι βεβαίως κάτι που, ευκολότερα λέγεται παρά γίνεται, μιας και το βασικότερο όπλο κατά του πληθωρισμού που είναι η πολιτική των επιτοκίων εξαρτάται από την Ευρωπαϊκή κεντρική Τράπεζα, αλλά και τους παγκοσμίους συσχετισμούς μεταξύ των κυριότερων παγκόσμιων παικτών. Όπως διαφαίνεται επί του παρόντος, βασικό παράγοντα πυροδότησης του φαινομένου αποτελούν οι συσσωρευμένες αποταμιεύσεις της πανδημίας, οι οποίες σήμερα μετατρέπονται σε αυξημένη κατανάλωση λόγω της σταδιακής επιστροφής των οικονομιών στην κανονικότητα. Επιπρόσθετα, (σύμφωνα με τους οικονομολόγους του ΔΝΤ), η αναγκαία δημοσιονομική επέκταση κατά τη διάρκεια της πανδημίας προκάλεσε αφενός συγκράτηση της ανεργίας, αφετέρου όμως και ταυτόχρονη υπερθέρμανση της οικονομίας, με αποτέλεσμα την αύξηση των τιμών. Αναμφίβολα, στο επίπεδο της ελληνικής οικονομίας, η αύξηση των τιμών (και κυρίως των σχετιζόμενων με την ενέργεια - ηλεκτρισμός, υγρά καύσιμα, φυσικό αέριο) ενδέχεται να πυροδοτήσει σημαντικές αναταράξεις στην αγορά, δυσχεραίνοντας περισσότερο τη διαδικασία της σταδιακής επιστροφής της στην κανονικότητα.

Μια από τις προφανείς επιπτώσεις της «κρίσης» στην οποία αναφερόμαστε, είναι η περαιτέρω διεύρυνση της ψαλίδας μεταξύ μεγάλων και μικρών επιχειρήσεων. Ειδικότερα, οι μικρές εμπορικές επιχειρήσεις της περιφέρειας αναμένεται να δεχθούν πρόσθετη (και ισχυρότατη) πίεση λόγω της σημαντικής αύξησης του μεταφορικού κόστους αλλά και των γνωστών αναταράξεων στην εφοδιαστική αλυσίδα. Αναμφίβολα πάντως, η καλύτερη του αναμενόμενου τουριστική περίοδος αναθέρμανε τις τουριστικές εισπράξεις και λειτούργησε σε ένα μεγάλο βαθμό «λυτρωτικά» σε σχέση με τις επιχειρήσεις που κινούνται γύρω από το οικοσύστημα του τουρισμού. Όμως, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι, κατά βάσιν, η εσωτερική ζήτηση είναι ο πραγματικός κινητήριος μοχλός της Ελληνικής αγοράς. Το οικοσύστημα των πολύ μικρών επιχειρήσεων μας, οι οποίες συνιστούν το 97.4% του συνόλου των επιχειρήσεων, εξαρτάται από την εγχώρια ζήτηση, η οποία δέχθηκε ισχυρή συρρίκνωση κατά τη διάρκεια της περιόδου της οικονομικής ύφεσης αλλά και της σοβούσας κρίσης της πανδημίας του COVID-19.

Στο επίπεδο αυτό, η πολιτική στήριξης του διαθέσιμου εισοδήματος των χαμηλών και μεσαίων στρωμάτων είναι κρίσιμη για μια διατηρήσιμη επαναφορά της αγοράς, αλλά επίσης και για τη μεσοπρόθεσμη βιωσιμότητα των Ελληνικών μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.

Από την άλλη, οι ΜμΕ θα πρέπει να κατανοήσουν την αλλαγή στο «πνεύμα των καιρών» και να προωθήσουν τάχιστα τον ψηφιακό και τον πράσινο μετασχηματισμό τους, επιταχύνοντας την προσαρμογή τους στις κατακλυσμιαίες όπως διαφαίνονται, αλλαγές που επιφέρει η εδραίωση της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης. Ειδικά στο εμπόριο - τον σημαντικότερο εργοδότη της χώρας, οι κολοσσιαίοι αυτοί μετασχηματισμοί απαιτούν (όπως αναφέρεται και στη Λευκή Βίβλο του Λιανικού Εμπορίου της ΕΣΕΕ) την σταδιακή προσαρμογή όλων των επιχειρήσεων μας στην συντελούμενη μεταστροφή των καταναλωτικών προτύπων: η επένδυση στο ηλεκτρονικό εμπόριο, στους νέους (ψηφιακούς) τρόπους πληρωμών, στις καινοτόμες διαδικασίες προβολής και διαφήμισης, στην τεχνητή νοημοσύνη (AI) και στη συμβατότητα των συστημάτων πωλήσεων με την εξελισσόμενη τεχνολογία του «διαδικτύου των πραγμάτων» (IoTs), αποτελούν το κινητήριο σχήμα της προσαρμογής αυτής.

Τέλος, οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και η νέα προγραμματική περίοδος του ΕΣΠΑ 2021-2027 συνιστούν την μεγάλη ευκαιρία για τη χρηματοδότηση των απαραίτητων αυτών επενδύσεων. Η Χώρα μας ζήτησε στήριξη ύψους 30,5 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης. Θα λάβει 17.8 δις ευρώ σε επιχορηγήσεις (grants)και άλλα 12.7 δις ευρώ σε δάνεια. Οι πόροι αυτοί μπορούν και πρέπει να προωθήσουν τον παραγωγικό μετασχηματισμό της οικονομίας προς ένα βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο το οποίο, μέσα από ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις (αλλά και με τις συμπράξεις του ιδιωτικού και του δημοσίου τομέα), θα είναι σε θέση να παράξει διατηρήσιμες υπεραξίες για τις επιχειρήσεις, τους εργαζόμενους και την κοινωνία στο σύνολο της. Είναι θεμελιώδες για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις του εμπορίου το να κατανοήσουν την αναγκαιότητα του μετασχηματισμού αυτού, να επενδύσουν στο ανθρώπινο κεφάλαιο τους αλλά και υποστηριχτούν από τους ευρωπαϊκούς πόρους. Ο στόχος δεν είναι άλλος από τη βελτίωση της μακροπρόθεσμης ανθεκτικότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων μας σε όλα τα στάδια των παγκόσμιων οικονομικών κύκλων ούτως ώστε, ως Ελληνικό Εμπόριο, στο τέλος των κρίσεων που βιώνουμε να βρεθούμε όρθιοι, ανταγωνιστικότεροι και περισσότερο αισιόδοξοι.

Μπορούμε πιστεύω να συμφωνήσουμε ότι βρισκόμαστε σήμερα σε ένα σημείο καμπής ως προς το μέλλον του Ελληνικού Εμπορίου. Προσωπικά, μου δίνει μεγάλη χαρά και αισιοδοξία το γεγονός ότι, ως ζωντανά κύτταρα της κοινωνίας έχουμε επιτέλους αντιτάξει στο πνεύμα της αδράνειας, της ενδοσκόπησης και ίσως της παραίτησης, την συναδελφική συμμετοχικότητα, την ενδυνάμωση των συλλογικών μας οργάνων, την διεκδίκηση των δικαίων μας. Είναι ενδεικτικό το ότι, απρόσμενα, η συμμετοχή των συναδέλφων στην ανάδειξη των εκπροσώπων μας στη διοίκηση των εμπορικών συλλόγων της Κρήτης εκτινάχθηκε: από τους 1.783 συμμετέχοντες στις προηγούμενες αρχαιρεσίες, φτάσαμε στους 2.603, με αντίστοιχη αύξηση των εκλεκτόρων μας στην ΕΣΕΕ - από τους 28 στους 43 σήμερα, προσδίνοντας στις τοπικές μας προτάσεις μας αυξημένη δυναμική. Επίσης είναι πολύ αισιόδοξο το ότι, η συμμετοχή της γυναικείας επιχειρηματικότητας αλλά και της συμμετοχής της στα όργανα διοίκησης μας, έχει αυξηθεί εντυπωσιακά.

Θα ήθελα λοιπόν κλείνοντας να διαβεβαιώσω τους συναδέλφους ότι το ενδιαφέρον και η στήριξη τους στα πρόσωπα μας, είναι για όλους εμάς τόσο μια υπενθύμιση της ευθύνης που επωμιζόμαστε απέναντι στο σύνολο, όσο και μία δυνατή παρακαταθήκη για τις πρωτοβουλίες, τις συνεργασίες / συνέργιες αλλά και για τους αγώνες που βρίσκονται μπροστά μας.

*Του Μανώλη Γ. Ψαρουδάκη, Αντιπροέδρου της ΕΣΕΕ και υποψήφιου με τον συνδυασμό: «Ενωμένη Επιχειρηματικότητα – Το Εμπόριο μπροστά» για την Ομοσπονδία Εμπορικών Συλλόγων Κρήτης (Ο.Ε.Σ.Κ) -Κρητών Εμπόριο

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ηράκλειο - δημοτικά τέλη: Αύξηση - σοκ 30% - 40% !

Πρόεδρος Παγκρήτιας Τράπεζας στο Ράδιο Κρήτη: "Φιλική συγχώνευση” δύο ιστορικών τραπεζών στην Κρήτη

Απόψεις

Να εγγραφούν οι Γερμανικές Αποζημιώσεις στον Κρατικό Προϋπολογισμό του 2022. Του Νότη Μαριά

νότης μαριάς

Κατατέθηκε την Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2021 στη Βουλή ο κρατικός προϋπολογισμός 2022 και ήδη ξεκίνησε η συζήτησή του στην Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων την Τρίτη 23 Νοεμβρίου.

Όμως για άλλη μια χρονιά η κυβέρνηση δεν προχώρησε στην εγγραφή των Γερμανικών Αποζημιώσεων στον κρατικό προϋπολογισμό.

Μάλιστα η εγγραφή των Γερμανικών Αποζημιώσεων στον κρατικό προϋπολογισμό του 2022 καθίσταται επιπλέον επιτακτική δεδομένου ότι η νέα τρικομματική γερμανική κυβέρνηση «άναψε κόκκινο φανάρι» στην καταβολή των Γερμανικών Αποζημιώσεων καθώς η σχετική προγραμματική συμφωνία των κυβερνητικών εταίρων εκτάσεως 177 σελίδων απλά αναφέρεται στην αναγκαιότητα για «κοινή επεξεργασία» του ιστορικού παρελθόντος». Έτσι «από τη διατύπωση δεν προκύπτει ότι η νέα γερμανική κυβέρνηση διατίθεται να διαπραγματευθεί αποζημιώσεις και επανορθώσεις, διευκρινίζει το δημοσίευμα» (της DW) «που υποστηρίζει πως αυτό δεν πρόκειται να συμβεί» ( www.iefimerida.gr 24/11/2021).

Και επ΄ αυτού δεν πρέπει να έχει κανείς αυταπάτες καθώς ο νέος καγκελάριος Όλαφ Σόλτς σε Ερώτηση που του έθεσα στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 12 Ιουλίου 2018 για το ζήτημα των Γερμανικών Αποζημιώσεών πέταξε τη μπάλα στην εξέδρα αρνούμενος να απαντήσει (https://youtu.be/6z0Ici1eMWU και www.onlarissa.gr 12/7/2018).

Πλην όμως στις 17 Απριλίου 2019 η Ολομέλεια της Βουλής συζήτησε και ενέκρινε την από 2016 Έκθεση της αρμόδιας διακομματικής κοινοβουλευτικής επιτροπής για τη διεκδίκηση των Γερμανικών Οφειλών. Σύμφωνα με την Έκθεση (σελ. 47) το συνολικό ποσό των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα μόνο για Πολεμικές Επανορθώσεις και Αναγκαστικό Κατοχικό Δάνειο ανέρχεται σε 269.547.005.854 δις ευρώ, ποσό που με τους τόκους ξεπερνά πλέον τα 300 δις ευρώ.

Επιπλέον στις 4 Ιουλίου 2019 η ελληνική κυβέρνηση επέδωσε σχετική ρηματική διακοίνωση στην Γερμανία με την οποία ζητούσε το ανωτέρω ποσό.

Δεδομένου ότι η Γερμανία πιστή στην γνωστή της τακτική στις 18 Οκτωβρίου 2019 απάντησε αρνητικά στην Ελληνική Ρηματική Διακοίνωση, το Υπουργείο Οικονομικών όφειλε έκτοτε, όπως άλλωστε προτείναμε (www.notismarias.gr 2/12/2019) να έχει εγγράψει τις Γερμανικές Αποζημιώσεις στον κρατικό προϋπολογισμό 2020. Εις μάτην.

Την πρόταση για εγγραφή των Γερμανικών Αποζημιώσεων στον κρατικό προϋπολογισμό είχα την ευκαιρία να θέσω στη Βουλή το 2012 και 2013 ως Εισηγητής της Ελάσσονος Μειοψηφίας κατά την συζήτηση του σχεδίου κρατικού προϋπολογισμού των ετών 2013 και 2014 αντίστοιχα.

Αναλύοντας την πρότασή μου αυτή ήδη από το 2011 στο Βιβλίο μου το Μνημόνιο της Χρεοκοπίας και ο Άλλος Δρόμος (σελ. 561) είχα επισημάνει: «Επομένως σε πρώτη φάση η κυβέρνηση οφείλει να εγγράψει το «αντίστοιχο γερμανικό χρέος προς την Ελληνική Δημοκρατία» στις ανείσπρακτες οφειλές προς το Ελληνικό Δημόσιο και κατ΄ επέκταση στον κρατικό προϋπολογισμό, αφού πρόκειται για άμεσα απαιτητό ληξιπρόθεσμο χρέος. Στη συνέχεια θα πρέπει να δοθεί σχετική εντολή από το Υπουργείο Οικονομικών στις υπηρεσίες του να προβούν σε άμεσες ενέργειες για την είσπραξή του εν λόγω ληξιπρόθεσμου γερμανικού χρέους.

Η εγγραφή στον κρατικό προϋπολογισμό του «αντίστοιχου γερμανικού χρέους προς την Ελληνική Δημοκρατία» θα έχει ως αποτέλεσμα ο προϋπολογισμός της χώρας μας να μεταβληθεί σε πλεονασματικό με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την έξοδο της Ελλάδας από την δημοσιονομική εποπτεία της ΕΕ, την εκπλήρωση των κριτηρίων του Μάαστριχτ, την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας, τα spreads κλπ.

Ταυτόχρονα σύμφωνα με τους κανόνες της Eurostat η Γερμανία θα πρέπει να υποχρεωθεί να εγγράψει το δημόσιο χρέος της προς την Ελλάδα στο δικό της κρατικό προϋπολογισμό και έτσι να τεθεί πλέον το Βερολίνο στη βάσανο της πιθανής δημοσιονομικής επιτήρησης από την ΕΕ αφού είναι πλέον σαφές ότι δεν θα εκπληρώνει τα κριτήρια του Μάαστριχτ αλλά ούτε και τους όρους του Συμφώνου Σταθερότητας».

Και συνέχιζα στην από 3/12/2013 Εισήγησή μου στη Βουλή επισημαίνοντας ότι «εάν μετά την εγγραφή στον προϋπολογισμό των παραπάνω κονδυλίων για τις Γερμανικές Αποζημιώσεις υπάρξει σχετική αμφισβήτηση από την πλευρά της Κομισιόν ή από την πλευρά της Γερμανίας τότε θα ανοίξει εντός της Ε.Ε. ένας σχετικός θεσμικός διάλογος από τον οποίο δεν θα μπορεί πλέον να απέχει η Γερμανία. Έτσι θα αναγκαστεί η γερμανική πλευρά να προσέλθει και να αποδείξει ότι δήθεν δεν οφείλει» τα ποσά των Πολεμικών Επανορθώσεων και του Αναγκαστικού Κατοχικού Δανείου στην Πατρίδα μας. Και κατέληγα: «Άλλωστε είναι γνωστό ότι μέχρι τώρα η Γερμανία αρνείται να προσέλθει στο τραπέζι του διαλόγου για το ζήτημα των Πολεμικών Επανορθώσεων και του Αναγκαστικού Κατοχικού Δανείου. Εγγράφοντας όμως τα παραπάνω κονδύλια στον προϋπολογισμό δημιουργούμε σημαντικές προϋποθέσεις για την δρομολόγηση διαδικασιών που θα οδηγήσουν τελικά στην εξόφληση του Αναγκαστικού Κατοχικού Δανείου και στην καταβολή των Πολεμικών Επανορθώσεων εκ μέρους της Γερμανίας» (www.notismarias.gr 3/12/2013).

Επομένως προκειμένου να αυξηθεί η πίεση κατά της νέας γερμανικής κυβέρνησης η ελληνική κυβέρνηση οφείλει άμεσα να εγγράψει τις Γερμανικές Αποζημιώσεις στον κρατικό προϋπολογισμό 2022 και να προχωρήσει σε άμεση τιτλοποίηση του Αναγκαστικού Κατοχικού Δανείου.

Γιατί είναι δεδομένο και δεν αμφισβητείται ότι το Κατοχικό Δάνειο και οι Γερμανικές Πολεμικές Επανορθώσεις είναι «νομικώς ενεργές και δικαστικώς επιδιώξιμες» όπως τόνιζε επανειλημμένα και ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος.

*Ο Νότης Μαριάς είναι Πρόεδρος του Κόμματος ΕΛΛΑΔΑ- Ο ΑΛΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ, Καθηγητής Θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, πρώην Ευρωβουλευτής, notismarias@gmail.com

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Κορωνοϊός - Μετάλλαξη Όμικρον: Πάμε πάλι από την αρχή;

Δολοφόνησε τη γυναίκα του και μετά παραδόθηκε στην αστυνομία

 

 

ESPA BANNER