Απόψεις

Η χρονική αταξία του δημοψηφίσματος και η μοίρα που καθόρισε! Της Μαρίας Ζαννιά

Μαρία Ζαννιά

Δύο μοιραίοι πρωθυπουργοί, δύο ημερομηνίες και ένα δημοψήφισμα. Με διαφορετικά πρόσωπα στη θέση τους, πόσο διαφορετική θα ήταν άραγε η μοίρα της χώρας μας; Tα πολιτικά «εάν» είναι μάταια ή χρήσιμα; Έχουν τη δύναμη να μας ωριμάσουν πολιτικά;

Όπως και να 'χει, στην πολιτική όπως και τη ζωή, δεν πρέπει να στοχαζόμαστε μόνο το τί πρέπει να κάνουμε αλλά και ποιος είναι ο χρόνος για αυτό. Μια συγκεκριμένη δράση σήμερα μπορεί να είναι ο απόλυτος άσσος και αύριο η απόλυτη χρέωση.

31 Οκτώβρη 2011: Ο Γιώργος Παπανδρέου προτείνει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για τα οδυνηρά οικονομικά μέτρα της Συνόδου Κορυφής της Ε.Ε. που έγινε στις 27 Οκτώβρη.
Κι όμως αυτός ήταν ο χρόνος για το δημοψήφισμα.
Τότε, ένας ηγέτης θα έπειθε τον λαό να σταθεί πίσω του, για να προχωρήσει  στον απόλυτα ηθικό εκβιασμό των Ευρωπαίων εταίρων και να κρατήσει τη χώρα του όρθια σε μια από τις πιο βλαπτικές στροφές της Ιστορίας της. Οι εταίροι δεν είχαν ακόμη οργανώσει την εκδοχή της ευρωζώνης δίχως την Ελλάδα και η πιθανότητα εξόδου ήταν μηδαμινή.  Εκείνη, λοιπόν, τη στιγμή το δημοψήφισμα είχε νόημα και τη δύναμη να κάνει το Καστελόριζο, που είχε προηγηθεί, μια σύντομη παρένθεση και όχι την επώδυνη αρχή μιας ακόμη οδυνηρότερης συνέχειας.

Το δημοψήφισμα τότε, όμως, δεν το ήθελε κανείς! Οι Ευρωπαίοι διότι αιφνιδιάστηκαν και δε διέθεταν Plan B, το εγχώριο πολιτικό προσωπικό είτε διότι δεν είχε αντιληφθεί τον Γύρο του Θανάτου στον οποίο είχε τροχοδρομηθεί η Ελλάδα είτε διότι είναι εκπαιδευμένο στη δουλικότητα απέναντι στους ισχυρούς, και ο λαός επειδή δεν κατάλαβε τί θα ακολουθούσε- ήταν πολύ νωρίς τότε.

Ο Γ. Παπανδρέου απέτυχε να το επικοινωνήσει ως σωτηρία στον κόσμο- γι αυτό και του χρεώθηκε ως άλλη μια ακατάληπτη κίνηση.
Ο ΓΑΠ υπήρξε μοιραίος για την Ελλάδα Πρωθυπουργός.

5 Ιουλίου 2015: Ο Αλέξης Τσίπρας διεξάγει δημοψήφισμα για να διαπραγματευτεί 17ωρες με τους Εταίρους καλύτερους όρους οικονομικής βοήθειας και πετυχαίνει ακριβώς το αντίθετο.
Αυτός δεν ήταν χρόνος για δημοψήφισμα.

Εξακολουθούν να μην το θέλουν οι Ευρωπαίοι, αλλά δεν τους τρομοκρατεί διότι έχουν μέτρα για κάθε περίπτωση ενώ οι Έλληνες αρχηγοί, όπως και ο λαός, είναι διχασμένοι. Από τη μια στο ελληνικό δέρμα αρχίζουν να εκδηλώνονται τα συμπτώματα της εξαθλίωσης- από την άλλη μια άτακτη έξοδος από το ευρώ μόνο θα επιτάχυνε την ασθένεια.

Ο Α. Τσίπρας μεταστρέφει το αποτέλεσμα- ακόμη, όμως,  και έτσι δε γλιτώνει τη χώρα από το ποδοπάτημα των Ευρωπαίων στη Σύνοδο Κορυφής. Βγάζει έρπη με τις σκηνές Αποκάλυψης που θα ακολουθούσαν στη χώρα εάν δε συναινούσε.  Οι αντιδράσεις του σώματος δεν είναι ποτέ υποκριτικές. Όποιος και να ήταν τότε στη θέση του- στην οποία ωστόσο ο ίδιος τοποθέτησε τον εαυτό του και τη χώρα με τη μοιραία απόφαση να διεξάγει δημοψήφισμα- δε θα μπορούσε παρά να αποδεχθεί αυτά τα ταπεινωτικά μέτρα.

Με την απόφασή του για δημοψήφισμα έφερε τελικά ένα ακόμη πιο ασήκωτο μνημόνιο και δίχασε βαθιά έναν λαό με ροπή ιστορικά προς τους εμμονικούς διχασμούς. Το τελευταίο, ο διχασμός πάνω στα μνημόνια, ήταν μεγαλύτερη πληγή για τη χώρα.

Και ο Α. Τσίπρας στάθηκε μοιραίος Πρωθυπουργός για τη χώρα.

Το ίδιο υλικό-το δημοψήφισμα- στα χέρια διαφορετικών πολιτικών αρχηγών, σε διαφορετικές χρονικές στιγμές αλλά και, ίσως, στην κρίση άλλου λαού (αντικείμενο άλλης ανάλυσης αυτό), θα είχε κάθε φορά διαφορετικό αποτέλεσμα...

                                                                                                             Μαρία Ζαννιά

 

 
 

Απόψεις

Η κριτική σκέψη και η ανάπτυξή της. Του Τάσου Τιτάκη

κριτική σκέψη

Η κριτική σκέψη είναι η ικανότητα να μπορείς να σκέφτεσαι και να μπορείς να κρίνεις.  Δεν είναι έμφυτη αλλά καλλιεργείται. Για να επιτευχθεί αυτό πρέπει οι μαθητές να εκτίθενται σε καταστάσεις που τους υποχρεώνουν να σκέφτονται και να κρίνουν. Ο Dewey που θεωρείται ο πατέρας της κριτικής σκέψης, υποστηρίζει ότι  είναι το αντίθετο της παθητικής πρόσληψης και αναπαραγωγής της πληροφορίας. Είναι ουσιαστικά μια διαδικασία επίλυσης προβλημάτων.

Η κριτική σκέψη αποτελεί ανώτερο είδος σκέψης που χαρακτηρίζεται  από τη χρήση αξιολογικών κριτηρίων για την επίλυση ποικίλων προβλημάτων και τη λήψη αποφάσεων, από διαδικασίες αξιολόγησης, επιλογής, από δυνατότητες αμφισβήτησης, επανεξέτασης του αξιολογικού συστήματος, αυτοδιόρθωσης  και από την εφαρμογή των κανόνων της λογικής  (Ματσαγγούρας ,2002). Στηρίζεται στη Λογική, η οποία χρησιμοποιεί συλλογισμούς και τα επιχειρήματα τους και απαιτεί δεξιότητες ανάλυσης, σύγκρισης και σύνθεσης. Η κριτική σκέψη είναι αλληλένδετη με τη δημιουργικότητα και αναπτύσσει μεταγνωστικές ικανότητες (η  σκέψη για τη σκέψη).

Με την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης επιδιώκεται η ανάπτυξη της προσωπικότητας, η απόκτηση έγκυρης γνώσης και η προετοιμασία του μαθητή για τη ζωή. Είναι απαραίτητη για τη δημιουργία ελεύθερων και ενεργών πολιτών  και αποτελεί θεμέλιο της δημοκρατικής κοινωνίας.

Είναι γεγονός ότι η κριτική σκέψη απουσιάζει απ’ το εκπαιδευτικό σύστημα όπου κυριαρχεί η στείρα απομνημόνευση. Ενώ στη θεωρία είναι ένας απ’ τους σκοπούς της εκπαίδευσης στην πράξη δεν επιδιώκεται, γιατί η ύλη είναι μεγάλη, οι εκπαιδευτικοί δεν έχουν μάθει να την αναπτύσσουν  στα παιδιά,  είναι πιο επίπονη διαδικασία για τους εκπαιδευτικούς επειδή απαιτεί προετοιμασία και η Πολιτεία στην πραγματικότητα δεν την επιθυμεί. Καμιά εξουσία δεν θέλει πολίτες που θα σκέφτονται καθαρά και κριτικά και δεν θα καταπίνουν «αμάσητα» οτιδήποτε τους σερβίρεται ως αλήθεια.

Ο Dewey, o Bruner και άλλοι παιδαγωγοί υποστήριξαν ότι η μέθοδος διδασκαλίας που συμβάλλει ιδιαίτερα στη νοητική ανάπτυξη των παιδιών και της ικανότητας επίλυσης κοινωνικών προβλημάτων είναι εκείνη που προάγει τον προβληματισμό και προωθεί τη διερευνητική μελέτη των προβλημάτων. Οι μαθητές εργάζονται ως μικροί επιστήμονες και ερευνητές, παρατηρούν, συσχετίζουν, επαληθεύουν υποθέσεις και, με επαγωγικούς συλλογισμούς, καταλήγουν σε τεκμηριωμένες προτάσεις. Ο ερευνητικός χαρακτήρας του τρόπου διδασκαλίας εξασφαλίζει την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης.

Βασικές διδακτικές προσεγγίσεις που αναπτύσσουν την κριτική σκέψη και τη μετάβαση απ’ την αποστήθιση στην έρευνα και στο «μαθαίνω πώς να μαθαίνω» είναι η ερευνητική- αποκαλυπτική μέθοδος, τα σχέδια εργασίας (project), η διαθεματική  και η βιωματική προσέγγιση, η ομαδοσυνεργατική μέθοδος και η διδασκαλία με αξιοποίηση των Νέων Τεχνολογιών.

Τεχνικές που είναι κατάλληλες για την ανάπτυξη της κριτικής και δημιουργικής σκέψης είναι  η συζήτηση/διάλογος, το παιχνίδι ρόλων-δραματοποίηση, η προσομοίωση, η μελέτη περίπτωσης, η επίλυση προβλήματος, ο καταιγισμός ιδεών, η διδακτική αξιοποίηση εικόνας, η ενσωμάτωση στοιχείων της σύγχρονης ζωής, η χρήση των Νέων Τεχνολογιών ως δυναμικών εργαλείων μάθησης, η εκπαιδευτική επίσκεψη ,η συνέντευξη (Μαυρίκης 2007).

   Για την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης οι μαθητές πρέπει  να λύνουν προβλήματα, να ενθαρρυνθούν να κάνουν ερωτήσεις, να εξετάζουν εναλλακτικές επεξηγήσεις και λύσεις, να συζητούν και να αιτιολογούν όχι μόνο ακαδημαϊκά θέματα αλλά και ηθικά, δημόσια και πολιτικά θέματα, να βρεθούν σε κατάσταση γνωστικής σύγκρουσης (συνθήκες αμφισβήτησης της υπάρχουσας γνώσης), να αντιπαραθέτουν ιδέες . Σημαντικό ρόλο έχει και η χρήση ερωτήσεων:

ερωτήσεις διερευνητικές (π.χ. Θα μου δώσεις ένα παράδειγμα; Γιατί νομίζεις ότι συνέβη αυτό;)

ερωτήσεις  που διερευνούν παραδοχές ή υποθέσεις (π.χ. Πού το ξέρεις; Θα μπορούσε κανείς να το αμφισβητήσει αυτό;)

 ερωτήσεις σχετικές με άλλες απόψεις (π.χ. Τι υποστήριξε ο άλλος; Γιατί; Πώς υποστηρίζουν εκείνοι την άποψή τους;)

ερωτήσεις που διερευνούν τις επιπτώσεις κάθε άποψης (π.χ. Ποια επίπτωση θα είχε αυτή η άποψη αν επικρατούσε; Αν συμβαίνει αυτό, τι άλλο θα πρέπει επίσης να συμβαίνει;)

 ερωτήσεις  που υποστηρίζουν την ομοφωνία (π.χ. Πώς θα μπορούσες να μετακινηθείς από την άποψή σου; Ποιες απ’ τις απόψεις του άλλου θα μπορούσες να δεχτείς;)

ερωτήσεις  ανοιχτές που αφήνουν πλήρη ελευθερία έκφρασης (π.χ. Τι θα έκανες εσύ αν ήσουν στη θέση του ήρωα; Τι θα γινόταν αν…)

 Ο R. Paul, υποστηρίζοντας τη γνώμη του για την αναγκαιότητα της κριτικής σκέψης λέει: « Η κριτική σκέψη είναι απαραίτητο εργαλείο για την επιβίωσή μας. Χρειαζόμαστε  την κοφτερή ματιά της για να κόψουμε όχι μόνο αυτά που καθημερινά προπαγανδίζουν οι υπηρετούντες τα ατομικά τους συμφέροντα, αλλά και αυτά που υποστηρίζουν ομάδες διαπλεκόμενων  συμφερόντων, οι οποίες είναι έτοιμες να θυσιάσουν το γενικό καλό της χώρας στα δικά τους βραχυπρόθεσμα κέρδη».

Τάσος Τιτάκης