Απόψεις

Επικοινωνία, ο μετεκλογικός δίαυλος επαφής πολιτικών με τους πολίτες. Του Θανάση Παπαμιχαήλ

χειραψία

Καλή αρχή σε όλους όσοι είχατε την εύνοια των πολιτών και της τύχης, να εκλεγείτε σε βουλευτικά και αυτοδιοικητικά αξιώματα. Η επιτυχία σας στις εκλογές σημαίνει ότι ανοίγεται μπροστά σας μια περίοδος ενδιαφέρουσα και χρήσιμη. Στόχος σας θα πρέπει να είναι η αξιοποίηση της με τον καλύτερο τρόπο. Τα μηνύματα των τελευταίων εκλογών, εθνικών και αυτοδιοικητικών είναι σαφή. Οι πολίτες δεν είναι προβλέψιμοι στην ψήφο τους, οι παραδοσιακές μέθοδοι αναμέτρησης εξασθενούν και δεν υπάρχουν περιθώρια για δεύτερη ευκαιρία σε όσους απέδειξαν με τη συμπεριφορά τους ότι δεν την αξίζουν.

Στην αφετηρία κάθε νέας θητείας δημοτικής ή κοινοβουλευτικής θα πρέπει να επιδιώκεται μια πετυχημένη περίοδος με σκοπό την προσφορά προς τους πολίτες αλλά και την επανεκλογή. Το κλειδί της επιτυχίας είναι η σωστή και σε βάθος επικοινωνία με τους πολίτες. Πέραν από την υλοποίηση των προεκλογικών δεσμεύσεων, στον βέλτιστο δυνατό χρόνο, οι πολίτες στην περίοδο ανάμεσα των εκλογών που έγιναν και αυτών που ακολουθούν, βλέπουν με θετικό μάτι την επικοινωνία των πολιτικών μαζί τους.

Οι «έξυπνοι» αυτοδιοικητικοί και πολιτικοί  θα πρέπει να κρατήσουν ζωντανό τον δίαυλο επικοινωνίας με τους πολίτες, όπως λειτούργησαν και προεκλογικά. Με μπαράζ νέου κύκλου περιοδειών και επαφών με τους πολίτες, ζητώντας τους να γίνουν καθημερινά φορείς, μεταφέροντας τα μηνύματα στην κοινωνία. Τα προβλήματα αλλά και τα επιτεύγματα, πρέπει να αποτελούν είδηση και η διάχυση τους να γίνεται από τους πολίτες και όχι μόνο από δελτία τύπου και ΜΜΕ.

Η επικοινωνία με τους πολίτες είναι η Λυδία λίθος και αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σπουδαιότητα σε περίπτωση που οι εκλεγέντες έχουν ένα συνολικό όραμα για τη διοίκηση του κρατικού μηχανισμού.
Κάθε αυτοδιοικητικό ή πολιτικό στέλεχος θα πρέπει να φροντίσει την καθημερινή επαφή με τους πολίτες, χωρίς κομματικές ομιλίες, αλλά με κουβέντα για την καθημερινότητα τους. Να αναπτύξει παράλληλα, όλες τις πτυχές του προγράμματος του, με προσωπική επαφή και όχι κλεισμένος στο δρύινο γραφείο του.

Η επαφή ενός εκλεγμένου πολιτικού με τους πολίτες, από την επόμενη μέρα των εκλογών, στα μάτια τους δείχνει σαν μια ανατροπή και είναι θετικό πρόσημο για την επανεκλογή του.
«Δεν μας ξέχασε» είναι η γνωστή επωδός των πολιτών.

Ο πολιτικός με τον πολίτη πρέπει να έχει σχέση συναισθηματική, πολλές φορές στα όρια της καρμικής εξάρτησης, διαφορετικά αν δεν τον βλέπει συχνά δίπλα του και όχι μόνο στις τηλεοράσεις, σίγουρα την επόμενη φορά θα τον αγνοήσει.
Οι πολιτικοί των «κλειστών θυρών» πληρώνουν ακριβά την επιλογή τους μακριά από τους πολίτες.

Θανάσης Παπαμιχαήλ, Επικοινωνιολόγος
 

Απόψεις

Η κριτική σκέψη και η ανάπτυξή της. Του Τάσου Τιτάκη

κριτική σκέψη

Η κριτική σκέψη είναι η ικανότητα να μπορείς να σκέφτεσαι και να μπορείς να κρίνεις.  Δεν είναι έμφυτη αλλά καλλιεργείται. Για να επιτευχθεί αυτό πρέπει οι μαθητές να εκτίθενται σε καταστάσεις που τους υποχρεώνουν να σκέφτονται και να κρίνουν. Ο Dewey που θεωρείται ο πατέρας της κριτικής σκέψης, υποστηρίζει ότι  είναι το αντίθετο της παθητικής πρόσληψης και αναπαραγωγής της πληροφορίας. Είναι ουσιαστικά μια διαδικασία επίλυσης προβλημάτων.

Η κριτική σκέψη αποτελεί ανώτερο είδος σκέψης που χαρακτηρίζεται  από τη χρήση αξιολογικών κριτηρίων για την επίλυση ποικίλων προβλημάτων και τη λήψη αποφάσεων, από διαδικασίες αξιολόγησης, επιλογής, από δυνατότητες αμφισβήτησης, επανεξέτασης του αξιολογικού συστήματος, αυτοδιόρθωσης  και από την εφαρμογή των κανόνων της λογικής  (Ματσαγγούρας ,2002). Στηρίζεται στη Λογική, η οποία χρησιμοποιεί συλλογισμούς και τα επιχειρήματα τους και απαιτεί δεξιότητες ανάλυσης, σύγκρισης και σύνθεσης. Η κριτική σκέψη είναι αλληλένδετη με τη δημιουργικότητα και αναπτύσσει μεταγνωστικές ικανότητες (η  σκέψη για τη σκέψη).

Με την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης επιδιώκεται η ανάπτυξη της προσωπικότητας, η απόκτηση έγκυρης γνώσης και η προετοιμασία του μαθητή για τη ζωή. Είναι απαραίτητη για τη δημιουργία ελεύθερων και ενεργών πολιτών  και αποτελεί θεμέλιο της δημοκρατικής κοινωνίας.

Είναι γεγονός ότι η κριτική σκέψη απουσιάζει απ’ το εκπαιδευτικό σύστημα όπου κυριαρχεί η στείρα απομνημόνευση. Ενώ στη θεωρία είναι ένας απ’ τους σκοπούς της εκπαίδευσης στην πράξη δεν επιδιώκεται, γιατί η ύλη είναι μεγάλη, οι εκπαιδευτικοί δεν έχουν μάθει να την αναπτύσσουν  στα παιδιά,  είναι πιο επίπονη διαδικασία για τους εκπαιδευτικούς επειδή απαιτεί προετοιμασία και η Πολιτεία στην πραγματικότητα δεν την επιθυμεί. Καμιά εξουσία δεν θέλει πολίτες που θα σκέφτονται καθαρά και κριτικά και δεν θα καταπίνουν «αμάσητα» οτιδήποτε τους σερβίρεται ως αλήθεια.

Ο Dewey, o Bruner και άλλοι παιδαγωγοί υποστήριξαν ότι η μέθοδος διδασκαλίας που συμβάλλει ιδιαίτερα στη νοητική ανάπτυξη των παιδιών και της ικανότητας επίλυσης κοινωνικών προβλημάτων είναι εκείνη που προάγει τον προβληματισμό και προωθεί τη διερευνητική μελέτη των προβλημάτων. Οι μαθητές εργάζονται ως μικροί επιστήμονες και ερευνητές, παρατηρούν, συσχετίζουν, επαληθεύουν υποθέσεις και, με επαγωγικούς συλλογισμούς, καταλήγουν σε τεκμηριωμένες προτάσεις. Ο ερευνητικός χαρακτήρας του τρόπου διδασκαλίας εξασφαλίζει την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης.

Βασικές διδακτικές προσεγγίσεις που αναπτύσσουν την κριτική σκέψη και τη μετάβαση απ’ την αποστήθιση στην έρευνα και στο «μαθαίνω πώς να μαθαίνω» είναι η ερευνητική- αποκαλυπτική μέθοδος, τα σχέδια εργασίας (project), η διαθεματική  και η βιωματική προσέγγιση, η ομαδοσυνεργατική μέθοδος και η διδασκαλία με αξιοποίηση των Νέων Τεχνολογιών.

Τεχνικές που είναι κατάλληλες για την ανάπτυξη της κριτικής και δημιουργικής σκέψης είναι  η συζήτηση/διάλογος, το παιχνίδι ρόλων-δραματοποίηση, η προσομοίωση, η μελέτη περίπτωσης, η επίλυση προβλήματος, ο καταιγισμός ιδεών, η διδακτική αξιοποίηση εικόνας, η ενσωμάτωση στοιχείων της σύγχρονης ζωής, η χρήση των Νέων Τεχνολογιών ως δυναμικών εργαλείων μάθησης, η εκπαιδευτική επίσκεψη ,η συνέντευξη (Μαυρίκης 2007).

   Για την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης οι μαθητές πρέπει  να λύνουν προβλήματα, να ενθαρρυνθούν να κάνουν ερωτήσεις, να εξετάζουν εναλλακτικές επεξηγήσεις και λύσεις, να συζητούν και να αιτιολογούν όχι μόνο ακαδημαϊκά θέματα αλλά και ηθικά, δημόσια και πολιτικά θέματα, να βρεθούν σε κατάσταση γνωστικής σύγκρουσης (συνθήκες αμφισβήτησης της υπάρχουσας γνώσης), να αντιπαραθέτουν ιδέες . Σημαντικό ρόλο έχει και η χρήση ερωτήσεων:

ερωτήσεις διερευνητικές (π.χ. Θα μου δώσεις ένα παράδειγμα; Γιατί νομίζεις ότι συνέβη αυτό;)

ερωτήσεις  που διερευνούν παραδοχές ή υποθέσεις (π.χ. Πού το ξέρεις; Θα μπορούσε κανείς να το αμφισβητήσει αυτό;)

 ερωτήσεις σχετικές με άλλες απόψεις (π.χ. Τι υποστήριξε ο άλλος; Γιατί; Πώς υποστηρίζουν εκείνοι την άποψή τους;)

ερωτήσεις που διερευνούν τις επιπτώσεις κάθε άποψης (π.χ. Ποια επίπτωση θα είχε αυτή η άποψη αν επικρατούσε; Αν συμβαίνει αυτό, τι άλλο θα πρέπει επίσης να συμβαίνει;)

 ερωτήσεις  που υποστηρίζουν την ομοφωνία (π.χ. Πώς θα μπορούσες να μετακινηθείς από την άποψή σου; Ποιες απ’ τις απόψεις του άλλου θα μπορούσες να δεχτείς;)

ερωτήσεις  ανοιχτές που αφήνουν πλήρη ελευθερία έκφρασης (π.χ. Τι θα έκανες εσύ αν ήσουν στη θέση του ήρωα; Τι θα γινόταν αν…)

 Ο R. Paul, υποστηρίζοντας τη γνώμη του για την αναγκαιότητα της κριτικής σκέψης λέει: « Η κριτική σκέψη είναι απαραίτητο εργαλείο για την επιβίωσή μας. Χρειαζόμαστε  την κοφτερή ματιά της για να κόψουμε όχι μόνο αυτά που καθημερινά προπαγανδίζουν οι υπηρετούντες τα ατομικά τους συμφέροντα, αλλά και αυτά που υποστηρίζουν ομάδες διαπλεκόμενων  συμφερόντων, οι οποίες είναι έτοιμες να θυσιάσουν το γενικό καλό της χώρας στα δικά τους βραχυπρόθεσμα κέρδη».

Τάσος Τιτάκης