Απόψεις

Αξιοποίηση πλουτοπαραγωγικών πηγών και διεθνείς συμμαχίες. Του Νότη Μαριά

νότης μαριάς

Στην Ιδρυτική Διακήρυξη του Κινήματός μας ΕΛΛΑΔΑ-Ο ΑΛΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ στις 5/4/2017 είχαμε επισημάνει ότι η αξιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Πατρίδας μας πρέπει να συνδυαστεί με παράλληλη σύναψη Συμφώνου Προστασίας των εγκαταστάσεων εξόρυξης πετρελαίου με τα κράτη, οι εταιρείες των οποίων θα αναλάβουν  την εκμετάλλευση αντίστοιχων θαλασσίων οικοπέδων.

Μια θέση η οποία ενόψει της τουρκικής προκλητικότητας αποδεικνύεται καθημερινά όλο και πιο επίκαιρη. Πολύ δε περισσότερο μετά τις τελευταίες απειλές της Άγκυρας με αφορμή την επίσκεψη του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στην Κύπρο στις 29 Ιουλίου.  Μάλιστα η συμμετοχή στην Ελληνική αντιπροσωπεία τόσο του Υπουργού Εξωτερικών Νίκου Δένδια όσο και του Υπουργού Ενέργειας Κωστή Χατζηδάκη επιβεβαίωσαν  για άλλη μια φορά στην πράξη το αρραγές μέτωπο Αθήνας-Λευκωσίας και σε θέματα αξιοποίησης των πλουτοπαραγωγικών πηγών των δύο χωρών.

Με αφορμή την επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2017 η οποία συνοδεύθηκε από απειλές του Σουλτάνου για ανατροπή της Συνθήκης της Λοζάνης είχαμε επισημάνει ότι η Ελλάδα όχι μόνο δεν πρέπει να ανεχθεί τις τουρκικές απειλές (Η Κυριακάτικη Κόντρα 10/12/2017) αλλά θα έπρεπε με ταχείς ρυθμούς να οικοδομήσει  τις απαραίτητες διεθνείς συμμαχίες.
Συμμαχίες οι οποίες θα έπρεπε να συνδυαστούν και με τη σύναψη Συμφώνου Αμυντικής Συνεργασίας με ρήτρα στρατιωτικής συνδρομής έναντί των τουρκικών απειλών.

Στο πλαίσιο αυτό με παρέμβασή μου στις 17 Απριλίου 2018 στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο κάλεσα τον Γάλλο Πρόεδρο Εμμανουέλ Μακρόν να δηλώσει κατά πόσο η Γαλλική Δημοκρατία προτίθεται να συνάψει ένα Σύμφωνο Αμυντικής Συνεργασίας και Στρατιωτικής Συνδρομής προς την Ελλάδα, σε περίπτωση που δεχθεί επίθεση από την Τουρκία. Απαντώντας ο Μακρόν δήλωσε ότι η Γαλλία ανά πάσα στιγμή θα είναι παραστάτης σε κάθε Κράτος Μέλος, όταν υφίσταται επίθεση η κυριαρχία του.

Η δήλωση Μακρόν, που έτυχε μεγάλης προβολής από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης, μπορούσε και έπρεπε να αξιοποιηθεί από την κυβέρνηση Τσίπρα και να αποτελέσει το εφαλτήριο για περαιτέρω ουσιαστικές συγκλίσεις και πρωτοβουλίες (Η Κυριακάτικη Κόντρα 22/4/2018).
 Όμως η τότε Ελληνική κυβέρνηση δεν αξιοποίησε την ευκαιρία για την σύναψη ενός διμερούς Συμφώνου Αμυντικής Συνεργασίας και Στρατιωτικής Συνδρομής Ελλάδας – Γαλλίας με πιθανή μετατροπή του σε πολυμερές Σύμφωνο, με ενδεχόμενη ένταξη της Κύπρου και της Ιταλίας.
Ευτυχώς την δήλωση Μακρόν τελικά αξιοποίησε η Κύπρος η οποία προχώρησε στις 15 Μαΐου 2019 στο Παρίσι στην υπογραφή Συμφωνίας Αμυντικής Συνεργασίας με τη Γαλλία. Στο πλαίσιο αυτό η Γαλλίδα υπουργός Άμυνας Φλοράνς Παρλί και ο Κύπριος ομόλογός της Σάββας Αγγελίδης επιβεβαίωσαν εγγράφως την πρόθεση των δύο χωρών τους για συνεργασία με σκοπό την ενίσχυση των στρατιωτικών ναυτικών δυνατοτήτων της Κυπριακής Δημοκρατίας και για ευρεία στρατηγική συνεργασία προς όφελος των ναυτικών δυνάμεων των δυο χωρών.  
Ιδιαιτέρως θετικές είναι και οι δηλώσεις στήριξης της Ελλάδας και της Κύπρου από τους Πρωθυπουργούς της Ιταλίας και του Βελγίου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μετά από σχετικές Παρεμβάσεις μου.

Μάλιστα ο Ιταλός Πρωθυπουργός Τζουζέπε Κόντε, απαντώντας στην Ερώτηση- Παρέμβασή μου στις 12/2/2019 κατά την συζήτηση στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για το μέλλον της Ευρώπης, αναφέρθηκε στην πλήρη συμπαράσταση που εξέφρασαν οι ηγέτες των κρατών του Ευρωπαϊκού Νότου, κατά την επταμερή συνάντηση (MED-7) στις 29/1/2019 στην Λευκωσία.
Καθώς λοιπόν η τουρκική επιθετικότητα έναντι της Πατρίδας μας χτυπάει κόκκινο, η Ελλάδα με ψυχραιμία, αποφασιστικότητα και μεθοδικότητα οφείλει να προετοιμαστεί κατάλληλα για κάθε ενδεχόμενο. 

Στο πλαίσιο αυτό οφείλει να διαμορφώσει επωφελείς Διεθνείς Συμμαχίες.
Όπως αποδείχτηκε ιστορικά αλλά και με δηλώσεις του Γ.Γ. του ΝΑΤΟ (Τα Νέα 20/4/2018), η Συμμαχία νίπτει τας χείρας της έναντι της τουρκικής επιθετικότητας μια και σύμφωνα με το γνωστό δόγμα, το ΝΑΤΟ είναι δήθεν αναρμόδιο να επιλύσει διαφορές μεταξύ των μελών του.
Καθώς λοιπόν το ΝΑΤΟ πετά την μπάλα στην εξέδρα και σφυρίζει αδιάφορα εδώ και χρόνια παρά τις απειλές της Τουρκίας, η Αθήνα προσπάθησε να αποκτήσει θεσμικά πλεονεκτήματα εντός της ΕΕ.

Όμως παρά τις ανά καιρούς ρητορικές διακηρύξεις στήριξης της ΕΕ προς την Ελλάδα και την επιβολή των πρόσφατων ευρωπαϊκών  κυρώσεων κατά της Τουρκίας καθίσταται συνεχώς αντιληπτό ότι σε περίπτωση μιας απευκταίας τουρκικής επίθεσης κατά της Πατρίδος μας η στήριξη της ΕΕ θα εκδηλωθεί υπό όρους και προϋποθέσεις, ενδεχόμενα και με αστερίσκους, στο διπλωματικό και οικονομικό επίπεδο μόνο, καθώς η ΕΕ δεν διαθέτει στρατιωτικές δυνάμεις.

Επομένως είναι εύλογο μέχρις ότου να δημιουργηθεί Ευρωπαϊκός Στρατός η Ελλάδα να επικεντρωθεί στην σύναψη διμερών Συμφωνιών Αμυντικής Συνεργασίας με τρίτες σύμμαχες χώρες.

Οι  Συμφωνίες αυτές πρέπει να στηρίζονται στις αρχές του αμοιβαίου  οφέλους και της μη επέμβασης στα εσωτερικά της χώρας.
Θα μπορούσαν δε να λάβουν τη μορφή Συμφώνου Αμυντικής Συνεργασίας με ρήτρα στρατιωτικής συνδρομής σε περίπτωση τουρκικής επίθεσης κατά της Ελλάδας.
Επιπλέον θα μπορούσαν να συμπληρωθούν με πρόνοιες για στενή διπλωματική και οικονομική συνεργασία, συμπεριλαμβανομένης και της αμυντικής βιομηχανίας των συμβαλλομένων μερών.

Νότης Μαριάς, Πρόεδρος του Κόμματος ΕΛΛΑΔΑ- Ο ΑΛΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ, Καθηγητής Θεσμών ΕΕ στο Πανεπιστήμιο Κρήτης ,πρώην Ευρωβουλευτής

Απόψεις

Η κριτική σκέψη και η ανάπτυξή της. Του Τάσου Τιτάκη

κριτική σκέψη

Η κριτική σκέψη είναι η ικανότητα να μπορείς να σκέφτεσαι και να μπορείς να κρίνεις.  Δεν είναι έμφυτη αλλά καλλιεργείται. Για να επιτευχθεί αυτό πρέπει οι μαθητές να εκτίθενται σε καταστάσεις που τους υποχρεώνουν να σκέφτονται και να κρίνουν. Ο Dewey που θεωρείται ο πατέρας της κριτικής σκέψης, υποστηρίζει ότι  είναι το αντίθετο της παθητικής πρόσληψης και αναπαραγωγής της πληροφορίας. Είναι ουσιαστικά μια διαδικασία επίλυσης προβλημάτων.

Η κριτική σκέψη αποτελεί ανώτερο είδος σκέψης που χαρακτηρίζεται  από τη χρήση αξιολογικών κριτηρίων για την επίλυση ποικίλων προβλημάτων και τη λήψη αποφάσεων, από διαδικασίες αξιολόγησης, επιλογής, από δυνατότητες αμφισβήτησης, επανεξέτασης του αξιολογικού συστήματος, αυτοδιόρθωσης  και από την εφαρμογή των κανόνων της λογικής  (Ματσαγγούρας ,2002). Στηρίζεται στη Λογική, η οποία χρησιμοποιεί συλλογισμούς και τα επιχειρήματα τους και απαιτεί δεξιότητες ανάλυσης, σύγκρισης και σύνθεσης. Η κριτική σκέψη είναι αλληλένδετη με τη δημιουργικότητα και αναπτύσσει μεταγνωστικές ικανότητες (η  σκέψη για τη σκέψη).

Με την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης επιδιώκεται η ανάπτυξη της προσωπικότητας, η απόκτηση έγκυρης γνώσης και η προετοιμασία του μαθητή για τη ζωή. Είναι απαραίτητη για τη δημιουργία ελεύθερων και ενεργών πολιτών  και αποτελεί θεμέλιο της δημοκρατικής κοινωνίας.

Είναι γεγονός ότι η κριτική σκέψη απουσιάζει απ’ το εκπαιδευτικό σύστημα όπου κυριαρχεί η στείρα απομνημόνευση. Ενώ στη θεωρία είναι ένας απ’ τους σκοπούς της εκπαίδευσης στην πράξη δεν επιδιώκεται, γιατί η ύλη είναι μεγάλη, οι εκπαιδευτικοί δεν έχουν μάθει να την αναπτύσσουν  στα παιδιά,  είναι πιο επίπονη διαδικασία για τους εκπαιδευτικούς επειδή απαιτεί προετοιμασία και η Πολιτεία στην πραγματικότητα δεν την επιθυμεί. Καμιά εξουσία δεν θέλει πολίτες που θα σκέφτονται καθαρά και κριτικά και δεν θα καταπίνουν «αμάσητα» οτιδήποτε τους σερβίρεται ως αλήθεια.

Ο Dewey, o Bruner και άλλοι παιδαγωγοί υποστήριξαν ότι η μέθοδος διδασκαλίας που συμβάλλει ιδιαίτερα στη νοητική ανάπτυξη των παιδιών και της ικανότητας επίλυσης κοινωνικών προβλημάτων είναι εκείνη που προάγει τον προβληματισμό και προωθεί τη διερευνητική μελέτη των προβλημάτων. Οι μαθητές εργάζονται ως μικροί επιστήμονες και ερευνητές, παρατηρούν, συσχετίζουν, επαληθεύουν υποθέσεις και, με επαγωγικούς συλλογισμούς, καταλήγουν σε τεκμηριωμένες προτάσεις. Ο ερευνητικός χαρακτήρας του τρόπου διδασκαλίας εξασφαλίζει την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης.

Βασικές διδακτικές προσεγγίσεις που αναπτύσσουν την κριτική σκέψη και τη μετάβαση απ’ την αποστήθιση στην έρευνα και στο «μαθαίνω πώς να μαθαίνω» είναι η ερευνητική- αποκαλυπτική μέθοδος, τα σχέδια εργασίας (project), η διαθεματική  και η βιωματική προσέγγιση, η ομαδοσυνεργατική μέθοδος και η διδασκαλία με αξιοποίηση των Νέων Τεχνολογιών.

Τεχνικές που είναι κατάλληλες για την ανάπτυξη της κριτικής και δημιουργικής σκέψης είναι  η συζήτηση/διάλογος, το παιχνίδι ρόλων-δραματοποίηση, η προσομοίωση, η μελέτη περίπτωσης, η επίλυση προβλήματος, ο καταιγισμός ιδεών, η διδακτική αξιοποίηση εικόνας, η ενσωμάτωση στοιχείων της σύγχρονης ζωής, η χρήση των Νέων Τεχνολογιών ως δυναμικών εργαλείων μάθησης, η εκπαιδευτική επίσκεψη ,η συνέντευξη (Μαυρίκης 2007).

   Για την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης οι μαθητές πρέπει  να λύνουν προβλήματα, να ενθαρρυνθούν να κάνουν ερωτήσεις, να εξετάζουν εναλλακτικές επεξηγήσεις και λύσεις, να συζητούν και να αιτιολογούν όχι μόνο ακαδημαϊκά θέματα αλλά και ηθικά, δημόσια και πολιτικά θέματα, να βρεθούν σε κατάσταση γνωστικής σύγκρουσης (συνθήκες αμφισβήτησης της υπάρχουσας γνώσης), να αντιπαραθέτουν ιδέες . Σημαντικό ρόλο έχει και η χρήση ερωτήσεων:

ερωτήσεις διερευνητικές (π.χ. Θα μου δώσεις ένα παράδειγμα; Γιατί νομίζεις ότι συνέβη αυτό;)

ερωτήσεις  που διερευνούν παραδοχές ή υποθέσεις (π.χ. Πού το ξέρεις; Θα μπορούσε κανείς να το αμφισβητήσει αυτό;)

 ερωτήσεις σχετικές με άλλες απόψεις (π.χ. Τι υποστήριξε ο άλλος; Γιατί; Πώς υποστηρίζουν εκείνοι την άποψή τους;)

ερωτήσεις που διερευνούν τις επιπτώσεις κάθε άποψης (π.χ. Ποια επίπτωση θα είχε αυτή η άποψη αν επικρατούσε; Αν συμβαίνει αυτό, τι άλλο θα πρέπει επίσης να συμβαίνει;)

 ερωτήσεις  που υποστηρίζουν την ομοφωνία (π.χ. Πώς θα μπορούσες να μετακινηθείς από την άποψή σου; Ποιες απ’ τις απόψεις του άλλου θα μπορούσες να δεχτείς;)

ερωτήσεις  ανοιχτές που αφήνουν πλήρη ελευθερία έκφρασης (π.χ. Τι θα έκανες εσύ αν ήσουν στη θέση του ήρωα; Τι θα γινόταν αν…)

 Ο R. Paul, υποστηρίζοντας τη γνώμη του για την αναγκαιότητα της κριτικής σκέψης λέει: « Η κριτική σκέψη είναι απαραίτητο εργαλείο για την επιβίωσή μας. Χρειαζόμαστε  την κοφτερή ματιά της για να κόψουμε όχι μόνο αυτά που καθημερινά προπαγανδίζουν οι υπηρετούντες τα ατομικά τους συμφέροντα, αλλά και αυτά που υποστηρίζουν ομάδες διαπλεκόμενων  συμφερόντων, οι οποίες είναι έτοιμες να θυσιάσουν το γενικό καλό της χώρας στα δικά τους βραχυπρόθεσμα κέρδη».

Τάσος Τιτάκης