Σε ένα περιβάλλον συνεχούς αύξησης του κόστους υγείας, οι ασφαλισμένοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι ανάμεσα στις ασφαλιστικές εταιρείες και τα ιδιωτικά νοσηλευτικά κέντρα, τα οποία ανταλλάσσουν ευθύνες για την εκτίναξη των αποζημιώσεων, μετακυλίοντας τελικά το βάρος στους πολίτες μέσω υψηλότερων ασφαλίστρων και συμμετοχών.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι αποζημιώσεις που κατέβαλαν οι ασφαλιστικές για νοσηλείες αυξήθηκαν κατά 42% την περίοδο 2021-2024, από 525 εκατ. ευρώ σε 747 εκατ. ευρώ. Οι ασφαλιστικές αποδίδουν την άνοδο αυτή σε εκτεταμένα φαινόμενα υπερτιμολόγησης από τα ιδιωτικά νοσοκομεία, κάνοντας λόγο για διογκωμένες χρεώσεις υλικών, επαναλαμβανόμενες εξετάσεις και πρακτικές που εκτινάσσουν τεχνητά το κόστος. Ενδεικτικά αναφέρουν ότι απλά υλικά, όπως σύριγγες ή συσκευές ορού, μπορεί να χρεώνονται πολλαπλάσια της πραγματικής τους αξίας, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις επαναχρησιμοποιούμενος εξοπλισμός τιμολογείται ως μιας χρήσης.
Σύμφωνα με τη θέση τους, η κατάσταση αυτή συνδέεται με τη δομή της αγοράς, καθώς λίγοι μεγάλοι όμιλοι ιδιωτικών νοσοκομείων συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος των περιστατικών, αποκτώντας ισχυρή διαπραγματευτική θέση. Όπως υποστηρίζουν, το ολιγοπωλιακό αυτό μοντέλο ευνοεί πρακτικές αδιαφάνειας και αυξημένων χρεώσεων, οι οποίες μεταφέρονται τελικά στα ασφάλιστρα.
Από την άλλη πλευρά, τα ιδιωτικά νοσοκομεία απορρίπτουν τις κατηγορίες και αποδίδουν την αύξηση των αποζημιώσεων κυρίως στη συσσωρευμένη ζήτηση υπηρεσιών υγείας μετά την πανδημία. Επισημαίνουν ότι πολλές επεμβάσεις είχαν αναβληθεί τα προηγούμενα χρόνια και πραγματοποιούνται τώρα, αυξάνοντας τον όγκο των περιστατικών. Παράλληλα, υπογραμμίζουν ότι το κόστος λειτουργίας έχει ενισχυθεί λόγω μισθολογικών πιέσεων, ελλείψεων προσωπικού και επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες.
Τα νοσοκομεία κατηγορούν επίσης τις ασφαλιστικές για καθυστερήσεις στις πληρωμές, που σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνουν ακόμη και τους 12 μήνες, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα ρευστότητας και πιέζοντας τη λειτουργία των κλινικών.
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται και το μοντέλο αποζημίωσης «κατά πράξη και περίπτωση», που οδηγεί σε κατακερματισμό των χρεώσεων και περιορισμένη διαφάνεια στο τελικό κόστος. Έτσι, το τελικό ποσό μιας νοσηλείας διαμορφώνεται ως άθροισμα πολλών επιμέρους χρεώσεων, με τα υγειονομικά υλικά να αποτελούν ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα πεδία.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, το υπουργείο Ανάπτυξης επιχειρεί να παρέμβει, επιδιώκοντας την ταχύτερη δυνατή εφαρμογή ενός νέου ενιαίου Ετήσιου Δείκτη Αναπροσαρμογής ασφαλίστρων υγείας (ΕΔΑ), ο οποίος θα εκδίδεται από την ΕΛΣΤΑΤ. Ο δείκτης αυτός φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός συγκράτησης των αυξήσεων, συνδέοντας την αναπροσαρμογή των ασφαλίστρων με αντικειμενικά δεδομένα, όπως ο πληθωρισμός και το κόστος των ιατρικών υπηρεσιών.
Ο ΕΔΑ θα βασίζεται σε στοιχεία από το σύνολο της ασφαλιστικής αγοράς, καλύπτοντας τόσο τα ισόβια όσο και τα ετησίως ανανεούμενα συμβόλαια, καθώς και τις αντίστοιχες αποζημιώσεις, με στόχο να αποτελέσει έναν δείκτη «ηθικής στόχευσης» για τον καθορισμό των τιμών. Ήδη οι ασφαλιστικές έχουν παραδώσει τα απαραίτητα δεδομένα για τη δημιουργία του, σε ανώνυμη βάση.
Η ανάγκη για την ενεργοποίησή του κρίνεται επείγουσα, καθώς οι αυξήσεις στα ασφάλιστρα έχουν ξεφύγει, γεγονός που αποδίδεται –σύμφωνα με τις ασφαλιστικές– στο υψηλό κόστος νοσηλείας. Ωστόσο, μέχρι να υπάρξει ουσιαστική εξισορρόπηση μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών, οι ασφαλισμένοι συνεχίζουν να πληρώνουν το τίμημα ενός συστήματος με έντονες στρεβλώσεις και περιορισμένη διαφάνεια.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Δυτική Όχθη - Γάζα: Δημοτικές εκλογές εν μέσω πολέμου – Πάνω από ένα εκατ. ψηφοφόροι
Νίκος Ανδρουλάκης: Αν είμαι ο νικητής των εκλογών θα γίνουμε μια κανονική ευρωπαϊκή χώρα