Οικονομία

Πολλοί θέλουν, λίγοι μπορούν να ενταχθούν στη ρύθμιση των 120 δόσεων

κορκίδης

Tη δυνατότητα να ενταχθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες στις 120 δόσεις ζητάει η Ελληνική Συνομοσπονδία Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας.

Ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ Βασίλης Κορκίδης δήλωσε με αφορμή ενημερωτική εγκύκλιο που έστειλε η συνομοσπονδία στα μέλη της: «Πολλοί θέλουν, αλλά λίγοι μπορούν να ενταχθούν στη ρύθμιση των 120 δόσεων για οφειλές έως 50.000 ευρώ στο δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία. Η ανάλυση μας δείχνει ότι η ρύθμιση ενδιαφέρει περισσότερους από 1 εκ. οφειλέτες, αλλά δυστυχώς εκτιμάται ότι από τη πλατφόρμα θα αποκλειστούν τα 2/3 των μικρομεσαίων. Η ΕΣΕΕ θα συνεχίσει να διεκδικεί την άρση των περιορισμών και να ζητά την ένταξη όλων όσων επιθυμούν να ρυθμίσουν τις οφειλές τους, χωρίς υπερβολές και αποκλεισμούς».

Με την ευκαιρία του ανοίγματος της πλατφόρμας του εξωδικαστικού μηχανισμού για τις ρυθμίσεις οφειλών σε 120 δόσεις, η ΕΣΕΕ απέστειλε προς τους εμπορικούς συλλόγους και τις ομοσπονδίες ενημερωτική εγκύκλιο, με επικαιροποιημένα στοιχεία για τις επιχειρηματικές οφειλές προς την ΑΑΔΕ και τον ΕΦΚΑ.

Η ηλεκτρονική αίτηση είναι διαθέσιμη στον διαδικτυακό τόπο της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΣΕΕ, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς ασφαλιστικά ταμεία και εφορία είναι οι εξής:

Στοιχεία τριμηνιαίας έρευνας Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Εισφορών (ΚΕΑΟ) - Οκτώβριος/Δεκέμβριος 2017

- Υπάρχει συγκέντρωση πλήθους οφειλετών στις χαμηλότερες κλίμακες οφειλών με 834.282 υπόχρεους (69,3% των οφειλετών) να έχουν οφειλή έως 15.000 ευρώ ο καθένας.

- Έως 50.000 ευρώ οφείλει το 89,2% του συνόλου των οφειλετών (1.074.498), με τις αντίστοιχα οφειλόμενα ποσά να αποτελούν το 33,2% επί του συνόλου των ληξιπρόθεσμων οφειλών (10,39 δις ευρώ).

- Μεγάλο μέρος του υπολοίπου οφειλών αφορά 89.546 οφειλέτες που έχουν οφειλή από 50.000 - 100.000 ευρώ (περίπου 19,5% του τρέχοντος υπολοίπου).

- Το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών αφορά λίγους μεγαλοοφειλέτες με οφειλές άνω του 1 εκ. ευρώ (1.698 οφειλέτες συγκεντρώνουν το 21,7% του υπόλοιπου οφειλών).

- Οι οφειλέτες του π. ΟΑΕΕ αποτελούν το 42,5% επί του συνόλου των οφειλετών (511.678 σε σύνολο 1.204.606), ενώ τα οφειλόμενα ποσά ανέρχονται στο 42,7% επί των συνολικών ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών οφειλών (13,37 δις ευρώ σε τρέχον υπόλοιπο 31,29 δισ ευρώ).

- Στο τέλος του Δεκεμβρίου 2017 οι ενεργές ρυθμίσεις ανέρχονταν συνολικά στις 71.048 και το ρυθμισμένο ποσό στα 1,92 δις ευρώ.
  
Στοιχεία για ληξιπρόθεσμες οφειλές στην Εφορία - Στοιχεία ΑΑΔΕ Δεκέμβριος 2017

- Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο εκτινάχθηκαν μέχρι και το Δεκέμβριο του 2017 στα 101,86 δις Euro, ενώ σε όλη τη διάρκεια του παρελθόντος έτους τα «νέα» ληξιπρόθεσμα ανήλθαν στα 12,93 δισ. ευρώ, με τις εκκρεμείς επιστροφές φόρων στο διάστημα Ιανουαρίου - Δεκεμβρίου 2017, κυρίως προς τις επιχειρήσεις, να εξακολουθούν να κυμαίνονται σε υψηλά επίπεδα, καθώς κινούνται σε 1,13 δισ. ευρώ.Αξίζει να σημειωθεί ότι εκτός από τον Δεκέμβριο, οπότε και τα ληξιπρόθεσμα ανήλθαν σε 1,3 δισ. ευρώ, το Νοέμβριο 2017 οι οφειλές κινήθηκαν σε παρεμφερή επίπεδα (1,19 δισ. ευρώ).

- Οι «παλαιές» ληξιπρόθεσμες οφειλές των φορολογουμένων, δηλαδή τα χρέη που είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμα μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2016, ανέρχονταν σε 88,92 δις ευρώ μέχρι και το Δεκέμβριο του 2017.

- Με βάση τα επίσημα στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων συνολικά έχουν ασκηθεί αναγκαστικά μέτρα κατά 1.050.077 φορολογουμένων, ενώ ήδη απειλούνται 1.744.115 με κατασχέσεις των κινητών και ακίνητων περιουσιακών τους στοιχείων, την ώρα που συνολικά με χρέη στην εφορία εμφανίζονται 4.068.857 φορολογούμενοι.

-Σε κάθε περίπτωση, εισπράξιμες θεωρούνται μόνο οι οφειλές ύψους περίπου 15 - 20 δις ευρώ (15% - 18% επί του συνόλου των οφειλών), με το υπόλοιπο ποσό να χαρακτηρίζεται ως ανεπίδεκτο είσπραξης.

- Κατά 573 εκ. ευρώ μειώθηκαν οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Κράτους προς τον ιδιωτικό τομέα τον Δεκέμβριο του 2017 και διαμορφώθηκαν στα 2,57 δις από 3,14 δις το Νοέμβριο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Γενικής Κυβέρνησης που δόθηκαν στη δημοσιότητα, οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων μειώθηκαν τον Δεκέμβριο στα 765 εκ. ευρώ έναντι 776 εκ. ευρώ το Νοέμβριο.

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Οικονομία

Πληρώνουμε πιο ακριβά στην Ελλάδα

αγορά

Όταν τα μισά νοικοκυριά στην Ελλάδα δηλώνουν ότι δεν μπορούν να καλύψουν έκτακτες αλλά αναγκαίες δαπάνες 395 ευρώ, είναι προφανές ότι η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και της άμβλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων λαμβάνουν πρώτο αριθμό προτεραιότητας στη μετά Covid εποχή.

«Βροχή» συγκριτικών μελετών από την Eurostat αποτυπώνει τις «πληγές» (και) στην ελληνική κοινωνία από τη δημοσιονομική κρίση κι εν συνεχεία από το σοκ της πανδημίας. Ο πιο χαρακτηριστικός δείκτης είναι αυτός του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, πόσο μάλλον όταν εκφράζεται σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης.

Ποια είναι η εικόνα για το 2020;
Η Ελλάδα «γλίστρησε» στο 64% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τάση που χαρακτηρίζει, μάλιστα, όλες τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, αναδεικνύοντας έτσι για μια ακόμα φορά το υπαρκτό πρόβλημα της Ευρώπης των δύο ή μάλλον των πολλών ταχυτήτων. Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα που μπήκε στην οικονομική κρίση όντας στο 85% του κοινοτικού μέσου όρου, πλέον βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της ευρωπαϊκής κατάταξης.

Βασική παράμετρος της οικονομικής κατάστασης των νοικοκυριών, είναι οι τιμές βασικών προϊόντων και υπηρεσιών. Αν και ο γενικός δείκτης κινείται αρκετά χαμηλότερα από τον κοινοτικό μέσο όρο και συγκεκριμένα στο 86%, υπάρχει ένα «αλλά» που κάνει τη διαφορά: οι τιμές των τροφίμων και των μη οινοπνευματωδών ποτών κινούνται πάνω από το μέσο ευρωπαϊκό όρο, ενώ ανάλογη είναι η εικόνα και στα είδη υπόδησης.

Όπως αναφέρει το iefimerida.gr ναμφίβολα θα μπορούσε κανείς να επισημάνει ότι ακόμα και στα είδη όπου οι τιμές είναι κάτω από το μέσο κοινοτικό όρο π.χ. στα ρούχα, αυτές τελικά είναι αναντίστοιχες των εισοδημάτων, αναδεικνύοντας έτσι για μια ακόμα φορά το θέμα των στρεβλώσεων στην ελληνική οικονομία. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι αυτό που «πληρώνουν» οι καταναλωτές είναι τα εμπόδια ή και ολιγοπώλια που εντοπίζονται ακόμα στην ελληνική οικονομία, δηλαδή με λίγα λόγια ότι υπάρχουν ακόμα πεδία με «στεγανά», που δεν επιτρέπουν τον ανταγωνισμό και κρατούν τις τιμές σε υψηλά επίπεδα. Υπάρχει, όμως και η άλλη άποψη, που λέει ότι στην περίοδο της μνημονιακής περιόδου επιβλήθηκε από τους δανειστές μια βίαιη εσωτερική υποτίμηση, η οποία τελικά εξαντλήθηκε στη μείωση των μισθών- που ήταν πιο εύκολη- χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη πίεση για τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.

Λίαν αποκαλυπτικά είναι και τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τα επίπεδα φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. Το κατώφλι της φτώχειας ανέρχεται στο ποσό των 5.266 ευρώ ετησίως ανά μονοπρόσωπο νοικοκυριό και σε 11.059 ευρώ για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών και ορίζεται στο 60% του διάμεσου συνολικού ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, το οποίο εκτιμήθηκε σε 8.777 ευρώ, ενώ το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών της Χώρας εκτιμήθηκε σε 17.250 ευρώ.

Το 2020 (περίοδος αναφοράς εισοδήματος 2019), το 17,7% του συνολικού πληθυσμού της Χώρας ήταν σε κίνδυνο φτώχειας. Ο δείκτης αυτός που κατά το έτος 2005 (με περίοδο αναφοράς εισοδήματος το έτος 2004) ανερχόταν στο 19,6%, σημείωσε αυξητική πορεία έως το έτος 2012 όπου εκτιμήθηκε στο 23,1% ενώ άρχισε να μειώνεται από το έτος 2014. Αυτή είναι, όμως, η “καλή” ανάγνωση των στοιχείων. Τι γίνεται αν ως βάση υπολογισμού ληφθεί υπόψιν το κατώφλι φτώχειας του 2008, δηλαδή πριν ξεκινήσει η οικονομική κρίση; Το 37,8% του πληθυσμού του έτους 2020 θα κατατασσόταν ως εκτεθειμένο στον κίνδυνο φτώχειας!

Η άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος αφορά στους δείκτες υλικής αποστέρησης, δηλαδή στην αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών ενός νοικοκυριού. Τα αποτελέσματα μιλάνε μόνα τους:

Το 45,5% των φτωχών νοικοκυριών δηλώνει ότι στερείται διατροφής που περιλαμβάνει κάθε δεύτερη ημέρα κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ίσης θρεπτικής αξίας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό των μη φτωχών νοικοκυριών εκτιμάται σε 5,3%
Το ποσοστό των νοικοκυριών που δηλώνουν οικονομική αδυναμία να έχουν ικανοποιητική θέρμανση το χειμώνα ανέρχεται σε 16,7%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τα φτωχά νοικοκυριά είναι 38,8% και για τα μη φτωχά νοικοκυριά 12%
Το ποσοστό των νοικοκυριών που δηλώνουν επιβάρυνση από το κόστος στέγασης ανέρχεται σε 32,6%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τα φτωχά νοικοκυριά είναι 82,5% και για τα μη φτωχά νοικοκυριά 21,9%
Το 44,6% των νοικοκυριών που έχουν λάβει καταναλωτικό δάνειο για αγορά αγαθών και υπηρεσιών, δηλώνει ότι δυσκολεύεται πάρα πολύ στην αποπληρωμή αυτού ή των δόσεων
Το 49% των φτωχών νοικοκυριών δηλώνει δυσκολία στην έγκαιρη πληρωμή πάγιων λογαριασμών , όπως αυτών του ηλεκτρικού ρεύματος, του νερού, του φυσικού αερίου, κ.λπ.
Το 71% των φτωχών νοικοκυριών αναφέρει μεγάλη δυσκολία στην αντιμετώπιση των συνήθων αναγκών του με το συνολικό μηνιαίο ή εβδομαδιαίο εισόδημά του
Το ελάχιστο μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα για την αντιμετώπιση των αναγκών των νοικοκυριών της Χώρας ανέρχεται, κατά δήλωσή τους, σε 1.998 ευρώ. Τα φτωχά νοικοκυριά χρειάζονται 1.924 ευρώ, ενώ τα μη φτωχά νοικοκυριά 2.014 ευρώ
Το 19,2% των φτωχών νοικοκυριών, το 8,7% των μη φτωχών νοικοκυριών και το 8,9% του συνόλου των νοικοκυριών δεν διαθέτουν ένα τουλάχιστον ΙΧ επιβατηγό αυτοκίνητο, ενώ το 9% των φτωχών νοικοκυριών, το 1,7% των μη φτωχών και το 3% του συνόλου των νοικοκυριών δεν διαθέτουν προσωπικό ηλεκτρονικό υπολογιστή, αν και τον χρειάζονται, λόγω οικονομικής αδυναμίας.

 

Διαβάστε επίσης:

Αυτός είναι ο Βούλγαρος που συνελήφθη για τον βιασμό της 50χρονης

Κρήτη: Μπήκε να κολυμπήσει και τον έβγαλαν νεκρό

Κρητικός επιχειρηματίας: Αυτοκτονία με δύο σφαίρες...