Οικονομία

Μειώθηκε λίγο το δημόσιο χρέος

k2_items_src_130aa35eefe252619c2cbfff214368c7-550x284.jpg

Μείωση κατέγραψε το συνολικό δημόσιο χρέος στο β' τρίμηνο του 2019 σε σχέση τόσο με το πρώτο τρίμηνο όσο και με τον Δεκέμβριο του 2018. Ωστόσο παραμένει σε υψηλά επίπεδα, τόσο ως ποσό όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ (κοντά στο 180%), ενώ η συντριπτική του πλειονότητα προέρχεται φυσικά από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους, το ύψος του χρέους Κεντρικής Διοίκησης στο τέλος του περασμένου Ιουνίου διαμορφώθηκε στο ποσό των 356,55 δισ. ευρώ, μειωμένο κατά 1,14 δισ. ευρώ σε σχέση με τον Μάρτιο και κατά 2,4 δισ. ευρώ σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2018. Διευκρινίζεται ότι τα στοιχεία αφορούν το Χρέος της Κεντρικής Διοίκησης, το οποίο διαφέρει από το Χρέος της Γενικής Κυβέρνησης (Χρέος κατά Μάαστριχτ), καθώς το χρέος σε όρους γενικής κυβέρνησης δεν περιλαμβάνει το ενδοκυβερνητικό χρέος και άλλα στοιχεία μικρότερης επίπτωσης.

Στο συνολικό ύψος του χρέους περιλαμβάνεται και το «μαξιλάρι» ασφαλείας που σχηματίστηκε από τα δάνεια του ESM προκειμένου να διευκολυνθεί η προσπάθεια της χώρας για την έξοδο στις αγορές, μετά τη λήξη του μνημονίου. Αποτέλεσμα είναι τα ταμειακά διαθέσιμα του Δημοσίου στο τέλος του Ιουνίου να ανέρχονται σε 20,82 δισ. ευρώ, από 22,46 δισ. ευρώ στο τέλος του Μαρτίου. Όσο η χώρα ανακτά την πρόσβασή της στις αγορές ιδιαίτερα μετά την πτώση των επιτοκίων, περιορίζεται και ο ρόλος του «μαξιλαριού ασφαλείας».

Πάντως, ο ΟΔΔΗΧ διευκρινίζει ότι στο ποσό αυτό περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός αποθεματικού προσόδων από τις αγορές κεφαλαίου με υπόλοιπο 15,7 δισ. ευρώ στο τέλος του Ιουνίου. Μέχρι το 2070 Η διάρκεια του χρέους εκτείνεται πλέον μέχρι το 2070, μετά την επιμήκυνση της διάρκειας των δανείων του ΕΜΣ, με τα μεσοπρόθεσμα μέτρα που εφαρμόστηκαν από τον περασμένο Απρίλιο.
Ειδικότερα, ο ΕΜΣ μετέθεσε χρονικά κατά 10 έτη τη λήξη των επιλέξιμων δανείων που έχει χορηγήσει ο EFSF, αυξάνοντας τη μεσοσταθμική διάρκεια του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης σε 21,08 έτη, από 18,06 έτη που ήταν προ της εφαρμογής των μεσοπρόθεσμων μέτρων.

Οικονομία

Στουρνάρας: Η μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος δεν επηρεάζει τη βιωσιμότητα του χρέους

Στουρναρας.jpg

Η μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος για τα επόμενα δύο χρόνια στο 2,2% αντί του 3,5% ΑΕΠ, δεν θα επηρέαζε τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, σύμφωνα με το διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος.

    Ο Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, στην ημέρα μνήμης του Ιωάννη και της Ανθής Γενναδίου, υποστήριξε μεταξύ άλλων, ότι μετά από τη διεξαγωγή άσκησης βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους με τη χρήση κατάλληλου υποδείγματος που διεξήγαγε η ΤτΕ, προέκυψε ότι η μείωση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα για το 2021 και το 2022 σε πιο ρεαλιστικό επίπεδο από το σημερινό, δηλαδή κοντά στο 2,2% του ΑΕΠ αντί του 3,5% που ισχύει σήμερα, (υπενθυμίζεται ότι μετά το 2022 ο μέσος όρος των πρωτογενών πλεονασμάτων ως ποσοστό του ΑΕΠ θα είναι 2,2%), δεν θα επηρέαζε τη βιωσιμότητα του χρέους, ενώ θα ενίσχυε την οικονομική ανάπτυξη, σε συνδυασμό μάλιστα με την έγκαιρη υλοποίηση των απαραίτητων και συμφωνημένων μεταρρυθμίσεων και του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων.

   Υπέρ της εκτίμησης αυτής συνηγορούν η σημαντική αποκλιμάκωση των αποδόσεων των ελληνικών τίτλων, καθώς και η πρόωρη αποπληρωμή μέρους του δανείου του ΔΝΤ που ολοκληρώθηκε το Νοέμβριο.

    Ο κ. Στουρνάρας επανέλαβε ότι παρά την πρόοδο που έχει συντελεστεί, η ελληνική οικονομία συνεχίζει να αντιμετωπίζει προκλήσεις και κινδύνους, από το εξωτερικό περιβάλλον. Ειδικότερα, οι κίνδυνοι αυτοί συνδέονται με μια μεγαλύτερη του αναμενομένου επιβράδυνση της παγκόσμιας ανάπτυξης και του παγκόσμιου εμπορίου, εξαιτίας του εμπορικού προστατευτισμού και της εξάπλωσης του Κορωναϊου.

   Ειδικότερα, για το θέμα των «κόκκινων» δανείων που συνεχίζει να ταλανίζει τις τράπεζες και ολόκληρη την οικονομία, ο κ. Στουρνάρας ανέφερε ότι το πρόβλημα το επέτειναν περαιτέρω νομοθετικές παρεμβάσεις, όπως η αναστολή των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας, η κατάχρηση του πλαισίου προστασίας από κατασχέσεις, καθώς και διάφορα άλλα νομικά και δικαστικά εμπόδια. Εκτίμησε δε, ότι αν είχε υπάρξει δυναμικότερη αντίδραση τα πρώτα χρόνια της κρίσης, αν δηλαδή οι αναγκαίες νομοθετικές αλλαγές είχαν εφαρμοστεί πολύ νωρίτερα και είχε θεσπιστεί μια συστημική λύση με τη μορφή μιας εταιρίας διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού (bad bank), που θα αναλάμβανε την κεντρική διαχείριση των ΜΕΔ, όπως είχε γίνει σε άλλα κράτη-μέλη, το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε σήμερα θα ήταν πιο περιορισμένο.