Οικονομία

Αποκλειστικά από Έλληνες γίνονται οι κρατήσεις Airbnb

airbnb.jpg

Σε σχεδόν αποκλειστικά «ελληνική υπόθεση» έχει μετατραπεί η Airbnb τις τελευταίες εβδομάδες. Με βάση την εικόνα που προέκυπτε μέχρι και το τέλος Μαΐου, ναι μεν σημειώνεται σημαντική ανάκαμψη των νέων κρατήσεων στην ελληνική αγορά, ωστόσο αυτές γίνονται σχεδόν αποκλειστικά από Ελληνες επισκέπτες και όχι από ξένους.

Οσον αφορά τις περιοχές όπου καταγράφεται μεγαλύτερη δραστηριότητα βραχυχρόνιων μισθώσεων, ξεχωρίζουν η Χαλκιδική και η Θεσσαλονίκη, έπεται η Αθήνα, ενώ μικρότερη κίνηση σημειώνεται προς το παρόν σε νησιά, όπως η Κέρκυρα και η Κρήτη. Ουσιαστικά δηλαδή φαίνεται ότι το προβάδισμα έχουν περιοχές οι οποίες είναι εύκολα προσβάσιμες με αυτοκίνητο.

Πρόκειται για πλήρη αντιστροφή της εικόνας σε σύγκριση με την περίοδο πριν από το ξέσπασμα της πανδημίας, όταν το 80% των επισκεπτών σε καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης στην Ελλάδα ήταν ξένοι. Τα παραπάνω στοιχεία παρέθεσε χθες ο κ. Τζιάκομο Τροβάτο, επικεφαλής της Airbnb για την Ιταλία και τη νοτιοανατολική Ευρώπη, στο πλαίσιο του Delphi Economic Forum.

Σύμφωνα με τον ίδιο, «πριν από την πανδημία, η ελληνική αγορά ήταν κυρίως διεθνής, καθώς σχεδόν το 80% των επισκεπτών προερχόταν από το εξωτερικό, κυρίως από τις ΗΠΑ, τη Γερμανία, τη Μεγ. Βρετανία και τη Γαλλία. Η εικόνα μέχρι και το πρώτο δίμηνο του 2020 συνηγορούσε υπέρ μιας αύξησης των διανυκτερεύσεων, σε σχέση με το 2019. Ωστόσο, η πανδημία οδήγησε σε κατάρρευση τις κρατήσεις και ταυτόχρονα αυξήθηκαν και οι ακυρώσεις υφιστάμενων κρατήσεων.

Η αρχή έγινε τον Μάρτιο και κορυφώθηκε τον Απρίλιο, οπότε ουσιαστικά κατέρρευσε η αγορά. Πάντως, από τις αρχές Μαΐου, η εικόνα έχει αρχίσει να βελτιώνεται, όχι μόνο σε ό,τι αφορά τις νέες κρατήσεις, που διπλασιάζονταν κάθε δύο εβδομάδες, αλλά και στον συνολικό αριθμό των καταλυμάτων, τα οποία ανέρχονται πλέον σε 123.000, περίπου 4.000 περισσότερα σε σύγκριση με το τέλος του 2019», αναφέρει ο κ. Τροβάτο. Ο ίδιος σημειώνει ότι το στοιχείο αυτό δείχνει ότι υπάρχει ελπίδα μεταξύ των ιδιοκτητών ότι η αγορά θα ανακάμψει σύντομα, κάτι που ήδη διαπιστώνει και η ίδια η Airbnb.

Προς το παρόν, όμως, της ανάκαμψης αυτής ηγούνται σχεδόν αποκλειστικά οι Ελληνες επισκέπτες, οι οποίοι έχουν ήδη προσεγγίσει σχεδόν το επίπεδο κρατήσεων που είχαν πραγματοποιήσει την ίδια περίοδο το 2019.

«Οι Ελληνες ψηφίζουν Ελλάδα για τις διακοπές τους», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Τροβάτο. Ωστόσο, για να υπάρξει ανάκαμψη, θα πρέπει να αυξηθούν και οι κρατήσεις από χώρες του εξωτερικού, κάτι που φαντάζει πολύ δύσκολο, ιδίως από χώρες όπως οι ΗΠΑ, που αποτελούν μία από τις σημαντικότερες για την ελληνική αγορά βραχυχρόνιων μισθώσεων. Αυτή τη στιγμή, η μόνη αγορά του εξωτερικού που εμφανίζει κινητικότητα είναι η γερμανική.

Αλλο ένα βασικό συμπέρασμα είναι πως οι περισσότερες κρατήσεις είναι σχετικά βραχυχρόνιες, δηλαδή δεν αφορούν διάστημα μετά τρεις - τέσσερις μήνες. «Περίπου το 60% των κρατήσεων αφορά τον Ιούνιο, ένα επιπλέον 20% τον Ιούλιο και το υπόλοιπο 20% το διάστημα από τον Αύγουστο και μετά», σημειώνει ο κ. Τροβάτο.

πηγή: kathimerini.gr

Οικονομία

Πληρώνουμε πιο ακριβά στην Ελλάδα

αγορά

Όταν τα μισά νοικοκυριά στην Ελλάδα δηλώνουν ότι δεν μπορούν να καλύψουν έκτακτες αλλά αναγκαίες δαπάνες 395 ευρώ, είναι προφανές ότι η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και της άμβλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων λαμβάνουν πρώτο αριθμό προτεραιότητας στη μετά Covid εποχή.

«Βροχή» συγκριτικών μελετών από την Eurostat αποτυπώνει τις «πληγές» (και) στην ελληνική κοινωνία από τη δημοσιονομική κρίση κι εν συνεχεία από το σοκ της πανδημίας. Ο πιο χαρακτηριστικός δείκτης είναι αυτός του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, πόσο μάλλον όταν εκφράζεται σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης.

Ποια είναι η εικόνα για το 2020;
Η Ελλάδα «γλίστρησε» στο 64% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τάση που χαρακτηρίζει, μάλιστα, όλες τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, αναδεικνύοντας έτσι για μια ακόμα φορά το υπαρκτό πρόβλημα της Ευρώπης των δύο ή μάλλον των πολλών ταχυτήτων. Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα που μπήκε στην οικονομική κρίση όντας στο 85% του κοινοτικού μέσου όρου, πλέον βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της ευρωπαϊκής κατάταξης.

Βασική παράμετρος της οικονομικής κατάστασης των νοικοκυριών, είναι οι τιμές βασικών προϊόντων και υπηρεσιών. Αν και ο γενικός δείκτης κινείται αρκετά χαμηλότερα από τον κοινοτικό μέσο όρο και συγκεκριμένα στο 86%, υπάρχει ένα «αλλά» που κάνει τη διαφορά: οι τιμές των τροφίμων και των μη οινοπνευματωδών ποτών κινούνται πάνω από το μέσο ευρωπαϊκό όρο, ενώ ανάλογη είναι η εικόνα και στα είδη υπόδησης.

Όπως αναφέρει το iefimerida.gr ναμφίβολα θα μπορούσε κανείς να επισημάνει ότι ακόμα και στα είδη όπου οι τιμές είναι κάτω από το μέσο κοινοτικό όρο π.χ. στα ρούχα, αυτές τελικά είναι αναντίστοιχες των εισοδημάτων, αναδεικνύοντας έτσι για μια ακόμα φορά το θέμα των στρεβλώσεων στην ελληνική οικονομία. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι αυτό που «πληρώνουν» οι καταναλωτές είναι τα εμπόδια ή και ολιγοπώλια που εντοπίζονται ακόμα στην ελληνική οικονομία, δηλαδή με λίγα λόγια ότι υπάρχουν ακόμα πεδία με «στεγανά», που δεν επιτρέπουν τον ανταγωνισμό και κρατούν τις τιμές σε υψηλά επίπεδα. Υπάρχει, όμως και η άλλη άποψη, που λέει ότι στην περίοδο της μνημονιακής περιόδου επιβλήθηκε από τους δανειστές μια βίαιη εσωτερική υποτίμηση, η οποία τελικά εξαντλήθηκε στη μείωση των μισθών- που ήταν πιο εύκολη- χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη πίεση για τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.

Λίαν αποκαλυπτικά είναι και τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τα επίπεδα φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. Το κατώφλι της φτώχειας ανέρχεται στο ποσό των 5.266 ευρώ ετησίως ανά μονοπρόσωπο νοικοκυριό και σε 11.059 ευρώ για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών και ορίζεται στο 60% του διάμεσου συνολικού ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, το οποίο εκτιμήθηκε σε 8.777 ευρώ, ενώ το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών της Χώρας εκτιμήθηκε σε 17.250 ευρώ.

Το 2020 (περίοδος αναφοράς εισοδήματος 2019), το 17,7% του συνολικού πληθυσμού της Χώρας ήταν σε κίνδυνο φτώχειας. Ο δείκτης αυτός που κατά το έτος 2005 (με περίοδο αναφοράς εισοδήματος το έτος 2004) ανερχόταν στο 19,6%, σημείωσε αυξητική πορεία έως το έτος 2012 όπου εκτιμήθηκε στο 23,1% ενώ άρχισε να μειώνεται από το έτος 2014. Αυτή είναι, όμως, η “καλή” ανάγνωση των στοιχείων. Τι γίνεται αν ως βάση υπολογισμού ληφθεί υπόψιν το κατώφλι φτώχειας του 2008, δηλαδή πριν ξεκινήσει η οικονομική κρίση; Το 37,8% του πληθυσμού του έτους 2020 θα κατατασσόταν ως εκτεθειμένο στον κίνδυνο φτώχειας!

Η άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος αφορά στους δείκτες υλικής αποστέρησης, δηλαδή στην αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών ενός νοικοκυριού. Τα αποτελέσματα μιλάνε μόνα τους:

Το 45,5% των φτωχών νοικοκυριών δηλώνει ότι στερείται διατροφής που περιλαμβάνει κάθε δεύτερη ημέρα κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ίσης θρεπτικής αξίας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό των μη φτωχών νοικοκυριών εκτιμάται σε 5,3%
Το ποσοστό των νοικοκυριών που δηλώνουν οικονομική αδυναμία να έχουν ικανοποιητική θέρμανση το χειμώνα ανέρχεται σε 16,7%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τα φτωχά νοικοκυριά είναι 38,8% και για τα μη φτωχά νοικοκυριά 12%
Το ποσοστό των νοικοκυριών που δηλώνουν επιβάρυνση από το κόστος στέγασης ανέρχεται σε 32,6%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τα φτωχά νοικοκυριά είναι 82,5% και για τα μη φτωχά νοικοκυριά 21,9%
Το 44,6% των νοικοκυριών που έχουν λάβει καταναλωτικό δάνειο για αγορά αγαθών και υπηρεσιών, δηλώνει ότι δυσκολεύεται πάρα πολύ στην αποπληρωμή αυτού ή των δόσεων
Το 49% των φτωχών νοικοκυριών δηλώνει δυσκολία στην έγκαιρη πληρωμή πάγιων λογαριασμών , όπως αυτών του ηλεκτρικού ρεύματος, του νερού, του φυσικού αερίου, κ.λπ.
Το 71% των φτωχών νοικοκυριών αναφέρει μεγάλη δυσκολία στην αντιμετώπιση των συνήθων αναγκών του με το συνολικό μηνιαίο ή εβδομαδιαίο εισόδημά του
Το ελάχιστο μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα για την αντιμετώπιση των αναγκών των νοικοκυριών της Χώρας ανέρχεται, κατά δήλωσή τους, σε 1.998 ευρώ. Τα φτωχά νοικοκυριά χρειάζονται 1.924 ευρώ, ενώ τα μη φτωχά νοικοκυριά 2.014 ευρώ
Το 19,2% των φτωχών νοικοκυριών, το 8,7% των μη φτωχών νοικοκυριών και το 8,9% του συνόλου των νοικοκυριών δεν διαθέτουν ένα τουλάχιστον ΙΧ επιβατηγό αυτοκίνητο, ενώ το 9% των φτωχών νοικοκυριών, το 1,7% των μη φτωχών και το 3% του συνόλου των νοικοκυριών δεν διαθέτουν προσωπικό ηλεκτρονικό υπολογιστή, αν και τον χρειάζονται, λόγω οικονομικής αδυναμίας.

 

Διαβάστε επίσης:

Αυτός είναι ο Βούλγαρος που συνελήφθη για τον βιασμό της 50χρονης

Κρήτη: Μπήκε να κολυμπήσει και τον έβγαλαν νεκρό

Κρητικός επιχειρηματίας: Αυτοκτονία με δύο σφαίρες...