Κόσμος

Βραζιλία: Πλησιάζει το όριο των 100.000 θανάτων από κορωνοϊό

Βραζιλία κορωνοϊός

Η Βραζιλία εισέρχεται στον έκτο μήνα της πανδημίας και ο κορωνοϊός συνεχίζει να προελαύνει, με τον αριθμό των νεκρών να φθάνει σύντομα τους 100.000, μια προαναγγελθείσα από τους ειδικούς τραγωδία, ελλείψει μιας εθνικής υγειονομικής πολιτικής.

«Είναι μια αληθινή τραγωδία, μια από τις χειρότερες που έχει ζήσει ποτέ η Βραζιλία», δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ο κοινωνιολόγος Σέλσου Ρότσα ντε Μπάρους, καθώς η χώρα των 212 εκατομμυρίων κατοίκων θρηνεί καθημερινά κάπου 1.000 θανάτους κατά μέσο όρο τον τελευταίο ένα και πλέον μήνα.

Το πρώτο επιβεβαιωμένο κρούσμα Covid-19 καταγράφηκε στο Σάου Πάουλου στις 26 Φεβρουαρίου, και ο πρώτος θάνατος στις 16 Μαρτίου, επίσης σε αυτή τη μεγαλούπολη της Λατινικής Αμερικής.

«Τότε, η Βραζιλία άρχιζε να οργανώνεται για να καταπολεμήσει την πανδημία», εξηγεί στο AFP ο Πάουλου Λοτούφου επιδημιολόγος του Πανεπιστημίου του Σάου Πάολο.

Τραγικές εικόνες από «κηδείες-εξπρές»

Όμως η καμπύλη των θανάτων και των μολύνσεων απογειώθηκε στη συνέχεια. Εικόνες από κηδείες-εξπρές μέσα σε έξι λεπτά στο Σάου Πάουλου ή ομαδικών τάφων στο Μανάους πάγωναν το αίμα.

Τον Ιούνιο, η Βραζιλία έγινε η δεύτερη πιο πληγείσα χώρα μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες, με το συμβολικό όριο των 100.000 θανάτων να αναμένεται να ξεπεραστεί αυτό το Σαββατοκύριακο.

Για τον Λοτούφου, η γρήγορη αντίδραση των δημάρχων και των κυβερνητών των πολιτειών, που έλαβαν από τον Μάρτιο λιγότερο ή περισσότερο αυστηρά μέτρα περιορισμού και αύξησαν τον αριθμό των κλινών στις μονάδες εντατικής θεραπείας, ανακόπηκε ελλείψει ενός συντονισμού από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση.

Για τον Σέλσου Ρότσα ντε Μπάρους, «ο περιορισμός δεν κάτι φυσικό, πρέπει να συντονιστεί από έναν ηγέτη που να έχει πολιτική αξιοπιστία».

«Πρέπει να εξηγήσουμε στην κοινωνία ότι είναι πολύ σκληρό, αλλά αναγκαίο, αν όχι, θα υπάρξει εκατόμβη (νεκρών). Στη Βραζιλία, πέρασε το αντίθετο μήνυμα», συνεχίζει ο κοινωνιολόγος.

Εν μέσω υγειονομικής κρίσης, δύο υπουργοί Υγείας που τάσσονταν υπέρ του lockdown έφυγαν από την κυβέρνηση μέσα σε λιγότερο από έναν μήνα. Από τα μέσα Μαΐου, αυτό το υπουργείο-κλειδί δεν έχει πλέον κάτοχο, ένας στρατηγός έχει διοριστεί προσωρινά επικεφαλής.

Υπό την πίεση του ακροδεξιού προέδρου Ζαϊχ Μπολσονάρου, ο οποίος δεν έχει σταματήσει να υποβαθμίζει αυτή τη «μικρή γρίπη» από την οποία έχει ο ίδιος προσβληθεί, όπως και η σύζυγός του, στο όνομα της επιβίωσης της οικονομίας, η άρση των μέτρων περιορισμού, που χαρακτηρίστηκε πρόωρη από τους ειδικούς, ξεκίνησε τον Ιούνιο στην πλειονότητα των κρατιδίων, χωρίς τον παραμικρό συντονισμό σε εθνικό επίπεδο.

«Η Βραζιλία είναι ήδη συνηθισμένη σε υψηλά ποσοστά θνησιμότητας λόγω της βίας», εκτιμά ο Σέλσου Ρόχα ντε Μπάρους. Χωρίς να υπολογίζουμε πως οι «εύπορες τάξειες αποδίδουν συχνά μικρή σημασία στους θανάτους στις φτωχές συνοικίες».

Για τον Πάουλο Λοτούφου, «η συμπεριφορά του πληθυσμού τις προσεχείς εβδομάδες θα είναι αποφασιστική», καθώς ορισμένες πολιτείες αρχίζουν να μελετούν την επαναλειτουργία των σχολείων.

«Το όριο των 200.000 νεκρών μπορεί να φθάσει ακόμη νωρίτερα»

Στο μεταξύ, ο Ριμπεϊράου Πρέτου, ειδικός στα στατιστικά στοιχεία που συνδέονται με την πανδημία, προβλέπει σε συνέντευξή του στη Γαλλικό Πρακτορείο 200.000 θανάτους από τον Οκτώβριο, αν συνεχιστεί ο παρόν ρυθμός εξάπλωσης της επιδημίας.

«Αν οι παρούσες τάσεις επιβεβαιωθούν, θα ξεπεράσουμε το όριο αυτό (200.000) στις 15 ή 16 Οκτωβρίου. Εϊχα προβλέψει αρχικά ότι θα φθάναμε τους 100.000 θανάτους στις αρχές της προσεχούς εβδομάδας και αυτό αναμένεται να συμβεί στα τέλη αυτής της εβδομάδας.

Πιστεύω πως το όριο των 200.000 μπορεί να φθάσει ακόμη νωρίτερα, επειδή οι καμπύλες μόλυνσης και θανάτων αναμένεται να επιταχυνθούν τις επόμενες εβδομάδες (...). Και αν αυτό συνεχιστεί ως έχει, αναμένεται να έχουμε έναν αυξημένο ημερήσιο μέσο όρο θανάτων μέχρι να έχουμε ένα εμβόλιο».

Ο Πρέτου, καθηγητής στη Σχολή Ιατρικής του Πανεπιστημίου του Σάου Πάουλο, ασκεί πολύ αυστηρή κριτική στις αρχές οι οποίες «θυσίασαν τον πληθυσμό». Αποδίδει την εκατόμβη των θυμάτων στην «άρνηση» της Μπραζίλια απέναντι στην πανδημία, στην έλλειψη αυστηρών μέτρων για την αναχαίτιση των μολύνσεων και σε μια πρόωρη άρση του lockdown.

Πολιτική

Κεραμέως σε ΣΥΡΙΖΑ: Μην επενδύετε στην καταστροφολογία, κλειστό μόνο το 0,2% των σχολείων

Νίκη Κεραμέως

Στοιχεία ότι τα σχολεία είναι τα πιο ασφαλή μέρη έδωσε στη Βουλή, η υπουργός Παιδείας, Νίκη Κεραμέως.

«Μετά από 5 εβδομάδες λειτουργίας των σχολείων, για λόγους πρόληψης από τον κορωνοϊό είναι κλειστό το 0,2% των σχολείων της χώρας, και το 0,3% των σχολικών τμημάτων», είπε η υπουργός απαντώντας σε ερώτηση του ΣΥΡΙΖΑ.

«Υπάρχουν πολλά πεδία για να ανταλλάξουμε ιδεολογικά επιχειρήματα. Μην επενδύετε στην καταστροφολογία στα σχολεία κατά τη διάρκεια της πανδημίας», διεμήνυσε η κ. Κεραμέως.

Τα τελευταία δεδομένα αναφορικά με τη λειτουργία των εκπαιδευτικών δομών εν μέσω της πανδημίας COVID-19, παρέθεσε στη Βουλή η υπουργός Παιδείας, απαντώντας σε επίκαιρη ερώτηση βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ.

Όπως ανέφερε η κ. Κεραμέως: «Μετά από 5 εβδομάδες λειτουργίας των σχολείων, για λόγους πρόληψης από τον κορωνοϊό είναι κλειστό το 0,2% των σχολείων της χώρας, και το 0,3% των σχολικών τμημάτων. Όπως έχει αναλυθεί στην ενημέρωση του κ. Χαρδαλιά και του κ. Μαγιορκίνη, στα σχολεία δεν έχει – μέχρι σήμερα – παρουσιαστεί η τάση ο ιός να μεταφέρεται από τον έναν μαθητή στον άλλο. Τα κρούσματα δηλαδή προέρχονται πρωτίστως από έξω από το σχολείο, και μεταφέρονται μέσα στο σχολείο.(…) Αυτό δεν μας εφησυχάζει επ’ ουδενί. Και τα πράγματα μπορεί να δυσκολέψουν ειδικά τον χειμώνα που έρχεται. Εδώ είμαστε να επικαιροποιούμε διαρκώς τα μέτρα. Να τα προσαρμόζουμε».

Η υπουργός Παιδείας υπενθύμισε τις ενέργειες στις οποίες έχει προχωρήσει ήδη το ΥΠΑΙΘ, όπως την πρόσληψη και διορισμό φέτος άνω των 49.200 εκπαιδευτικών, αριθμό-ρεκόρ τουλάχιστον των τελευταίων χρόνων προκειμένου να καλυφθούν οι φετινές αυξημένες ανάγκες και εξαιτίας του κορωνοϊού.

«Απλά για μία τάξη μεγέθους, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν στην εξουσία, οι προσλήψεις αναπληρωτών πχ το 2016 ήταν 22.000 προσλήψεις, το 2017 26.000, το 2018 34.000. Φέτος σχεδόν 50.000. Αυτά σε απάντηση σχολίων εκ μέρους του κόμματός σας πως δήθεν προσλαμβάνουμε 20.000 λιγότερους αναπληρωτές», είπε και τόνισε ότι σε όσα τμήματα έκλεισαν, λειτούργησε άμεσα η τηλεκπαίδευση: π.χ. στην Πέλλα, σε μεμονωμένα σχολεία ή τμήματα, με πάνω από 2.000 τηλεδιασκέψεις, με περισσότερους από 78.000 εγγεγραμμένους χρήστες και πάνω από 79.000 μαθήματα στην ασύγχρονη τηλεκπαίδευση.

Όσο για τους ισχυρισμούς της αντιπολίτευσης περί υπερπληθυσμού των τάξεων, η κα Κεραμέως υπογράμμισε πως μόνο το 3% των σχολικών τμημάτων του δημοσίου έχουν πάνω από 25 μαθητές.

«Είχαν γίνει προσπάθειες από το ΣΥΡΙΖΑ να καλλιεργηθεί η εντύπωση ότι τα περισσότερα σχολικά τμήματα στη χώρα έχουν 26, 27, 28 μαθητές. Πόσα είναι στην πραγματικότητα; Το 3%. Υπάρχουν αυτά τα τμήματα; Βεβαίως υπάρχουν.» είπε η κ. Κεραμέως.

Η υπουργός αναφέρθηκε σε πρόσφατη έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) που καταρρίπτει το επιχείρημα περί υψηλού μέσου όρου μαθητών ανά τάξη στη χώρα μας. Όπως ανέφερε η κ. Κεραμέως:

«Η Ελλάδα έχει τον 4ο μικρότερο αριθμό μαθητών ανά τμήμα κατά μέσο όρο μεταξύ 33 χωρών. Μικρότερο από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Μικρότερο από χώρες όπως η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Σουηδία, η Δανία, η Φινλανδία και η Γερμανία.».

Όσο για την απόφαση για επαναλειτουργία των σχολείων, η Υπουργός υπογράμμισε:

«Η ομόφωνη εισήγηση της Επιτροπής ήταν για πλήρη επαναλειτουργία των σχολείων με αυξημένα μέτρα προστασίας. Το κάθε μέτρο εφαρμόζεται με διαφορετικό τρόπο σε κάθε πληθυσμιακή ομάδα. Για παράδειγμα, η απόσταση τηρείται διαφορετικά στους ενήλικες και διαφορετικά στα παιδιά. Αν βάλεις 10 παιδιά Δημοτικού σε μία τάξη, όποιες και να είναι οι αποστάσεις, η φυσική τους τάση θα είναι να έρθουν κοντά. Η μάσκα είναι το πιο αποτελεσματικό μέτρο. Είναι το εμβόλιό μας μέχρι να βγει το εμβόλιο.».

Στη δευτερολογία της η κ. Κεραμέως αναφέρθηκε και στους ισχυρισμούς του ΣΥΡΙΖΑ ότι «υπάρχουν παντού κενά σχολικά κτίρια και συγκροτήματα».

Απευθυνόμενη στον βουλευτή του κόμματος τόνισε:«Γιατί τότε, κύριε Βερναρδάκη, δεν κατάφερε να βρει η Κυβέρνησή σας αίθουσες όχι για 14 σχολικά έτη, όχι για 1,4 εκατομμύριο μαθητές, όχι ξαφνικά και εν μέσω πανδημίας, αλλά για ένα μόνο έτος - το προνήπιο, για 65.000 μαθητές, για νομοθετική ρύθμιση της ίδιας σας της Κυβέρνησης, που θεωρητικά είχε μελετήσει και σχεδιάσει; Γιατί μας κληροδότησε περισσότερους από 50 δήμους που δεν μπορούσαν να στεγάσουν, επαναλαμβάνω, μόνο μία χρονιά, μόνο τα προνήπια;».

Η υπουργός αναφέρθηκε στη συνολική στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης ως προς την αντιμετώπιση της πανδημίας στις εκπαιδευτικές δομές:

«Yπάρχουν πάρα πολλά πεδία για να ανταλλάξουμε ιδεολογικά επιχειρήματα – εσείς μπορεί να μην συμφωνείτε με τα εργαστήρια δεξιοτήτων που έχουμε εισάγει πιλοτικά στα σχολεία, με την ρομποτική, την οδική ασφάλεια, τον εθελοντισμό, μπορεί να μην συμφωνείτε με την αξιολόγηση που εισάγουμε σε σχολεία και πανεπιστήμια, με σύνδεση αξιολόγησης και χρηματοδότησης στα Πανεπιστήμια, με τη δυνατότητα το κάθε Πανεπιστήμιο να αποφασίζει μόνο του για τα ξενόγλωσσα προγράμματά του χωρίς να απαιτείται έγκριση Υπουργού, μπορεί να θέλετε ο εκάστοτε Υπουργός να έχει πάνω του όλες τις εξουσίες, να μην αποκεντρώνει τίποτα. Θεμιτή η διαφορετική θέση. Αλλά ας μην σπεκουλάρουμε πάνω στον κορωνοϊό και στα σχολεία. Το Μάιο λέγατε να μην ανοίξουν τα σχολεία. Ότι είναι ένα αχρείαστο πολιτικό ρίσκο. Να μείνουν δηλαδή τα παιδιά μας για 6 μήνες εκτός εκπαιδευτικής δομής, στο σκοτάδι. Το μόνο εύκολο θα ήταν για εμάς. Δεν θα ήταν όμως και το σωστό, το σωστό για τα παιδιά μας. Επιτρέψτε μου να καταθέσω μία πρόταση: Μην επενδύετε στην καταστροφολογία. Στην καλλιέργεια του φόβου και στον τομέα της εκπαίδευσης. Μην επενδύετε στον τοξικό λόγο. Βιώνουμε μια πρωτόγνωρη κρίση και η χώρα μας τα έχει πάει καλύτερα σχεδόν από όλες τις Ευρωπαϊκές Χώρες. Αυτό δεν πρέπει επ’ ουδενί να μας εφησυχάζει. Και τα πράγματα μπορεί να δυσκολέψουν ειδικά το χειμώνα που έρχεται. Εδώ είμαστε να επικαιροποιούμε διαρκώς τα μέτρα, εφόσον χρειαστεί, και να τα προσαρμόζουμε.»