Υγεία

Θλιβερή υστέρηση της Ελλάδας σε δότες αίματος και μυελού των οστών

Αίμα

Σημαντική υστέρηση στις υποδομές μεταμοσχεύσεων και στους εθελοντές δότες αίματος εμφανίζει η χώρας μας, παρά τις ελπιδοφόρες εξελίξεις που σημειώνονται στη θεραπεία των αιματολογικών καρκίνων. Η Ελληνική Αιματολογική Εταιρεία (ΕΑΕ) με αφορμή το 26ο Πανελλήνιο Αιματολογικό Συνέδριο, που διεξάγεται στην Αθήνα, επισημαίνει την ανάγκη προαγωγής του εθελοντισμού στη δωρεά αίματος και της βελτίωσης των υπαρχόντων υποδομών στον τομέα των μεταμοσχεύσεων.   

Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου με αφορμή τη διεξαγωγή του συνεδρίου, ο Δρ Ιωάννης Μπαλταδάκης, Αιματολόγος στην Αιματολογική Κλινική-Μονάδα Μεταμόσχευσης Μυελού Οστών του Νοσοκομείο «Ο Ευαγγελισμός» και πρόεδρος του Τμήματος Μεταμόσχευσης της ΕΑΕ εξήγησε ότι υπάρχει ανάγκη σχεδόν διπλασιασμού του αριθμού των αλλογενών μεταμοσχεύσεων στην Ελλάδα, σύμφωνα με την αναλογία που παρατηρείται στις Βόρειες Ευρωπαϊκές χώρες.

«Στην Ελλάδα πραγματοποιούνται περίπου 450 μεταμοσχεύσεις αιμοποιητικών κυττάρων το χρόνο, 270 αυτόλογες και 180 αλλογενείς. Υπάρχουν έξι μεταμοσχευτικά κέντρα που πραγματοποιούν αλλογενείς μεταμοσχεύσεις. Όλα αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα στελέχωσης σε ιατρικό, νοσηλευτικό και υποστηρικτικό προσωπικό. Οι υποδομές που διαθέτουν κατά κανόνα δεν επαρκούν για την απαιτούμενη αύξηση του αριθμού των μεταμοσχεύσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Μονάδα Μεταμόσχευσης Μυελού των Οστών του 'Ευαγγελισμού', που πραγματοποιεί το μεγαλύτερο αριθμό μεταμοσχεύσεων από μη συγγενείς δότες στην Ελλάδα, λειτουργεί στους ίδιους χώρους που δημιουργήθηκαν εδώ και 25 χρόνια και δεν διαθέτει επαρκή αριθμό μεταμοσχευτικών κλινών και κατάλληλο χώρο εξωτερικού ιατρείου για τους μεταμοσχευμένους ασθενείς» εξήγησε. 

Την ίδια ώρα, όπως αναφέρει το in.gr, η χώρα μας συνεχίζει να υστερεί και στην δωρεά αίματος καθώς όπως ανέφερε η Δρ Ελισάβετ Γρουζή, Αιματολόγος και πρόεδρος του Τμήματος Αιμοδοσίας - Αφαίρεσης της ΕΑΕ, «οι ετήσιες ανάγκες της χώρας μας σε αίμα ανέρχονται σε περίπου 600.000 μονάδες, ενώ για να καλυφθούν οι ανάγκες σε πλάσμα και άλλα παράγωγα πρέπει να διαχωρίζεται στα επιμέρους συστατικά το σύνολο του συλλεγομένου αίματος». 

Παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με τους επιστήμονες, περίπου οι μισοί Έλληνες μπορούν να προσφέρουν αίμα, όμως αιμοδοτεί πολύ λιγότερο από το 5% του πληθυσμού. Οι υπόλοιποι στηρίζονται στην προσφορά αυτών, αν χρειαστούν μετάγγιση.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, η Ελλάδα έχει πολύ μεγαλύτερο αριθμό τροχαίων ατυχημάτων σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς και σημαντικό αριθμό πασχόντων από Μεσογειακή Αναιμία. Παρά τις συστηματικές προσπάθειες που γίνονται για την ανάπτυξη της εθελοντικής αιμοδοσίας, μόνο το 50% περίπου του αίματος που συλλέγεται προσφέρεται από συστηματικούς εθελοντές αιμοδότες, ενώ το υπόλοιπο από αιμοδότες του συγγενικού και φιλικού περιβάλλοντος των ασθενών. Αντίθετα στην Ευρώπη σχεδόν το 100% του μεταγγιζόμενου αίματος προέρχεται από την Εθελοντική Αιμοδοσία. 

Πρόκληση για το σύστημα Αιμοδοσίας της Ελλάδας είναι η μεταστροφή των αιμοδοτών του συγγενικού περιβάλλοντος σε εθελοντές, αφού με την εθελοντική αιμοδοσία έχουμε πιο ασφαλές και άμεσα διαθέσιμο αίμα. 

Εξάλλου, η προσφορά αίματος μόνο σε έκτακτη ανάγκη συγγενούς ή φίλου, δεν λύνει το πρόβλημα, ενώ η εθελοντική και συστηματική προσφορά αίματος από συνειδητοποιημένους εθελοντές αιμοδότες, που αποτελούν τη μόνη πηγή ασφαλούς αίματος, θα απαλλάξει τη χώρα από το άγχος της εξεύρεσης του. 

Υστέρηση στη δωρεά μυελού οστών και ομφάλιου αίματος
Εξίσου κακή εικόνα παρουσιάζει η Ελλάδα και ως προς τους εθελοντές δότες μυελού οστών, αλλά και ομφάλιου αίματος. 

Συγκεκριμένα στη χώρα μας υπάρχουν λιγότεροι από 50.000 δότες μυελού, ενώ στην Κύπρο είναι περισσότεροι από 110.000, τη στιγμή που ο πληθυσμός της χώρας μας είναι περίπου 10 φορές μεγαλύτερος. Δηλαδή, αν ακολουθούσαμε το παράδειγμα των Κυπρίων θα έπρεπε να είχαμε τουλάχιστον 1.000.000 δότες. 

Την ίδια ώρα, στη χώρα μας λειτουργούν πολλές ιδιωτικές τράπεζες ομφάλιου αίματος, με άγνωστο αριθμό αποθηκευμένων μονάδων, που είναι εξαιρετικά απίθανο να χρησιμεύσουν, είτε για αυτόλογη, είτε για αλλογενή χρήση. Η αλλογενής μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων μπορεί κυριολεκτικά να σώσει τη ζωή ασθενών, που πάσχουν από σοβαρές ασθένειες, όπως λευχαιμία, απλαστική αναιμία, μεσογειακή αναιμία και άλλες αιματολογικές παθήσεις. 

Η Ελληνική Αιματολογική Εταιρεία σημειώνει ότι είναι επιτακτική η ανάγκη για τη χώρα μας να αυξηθούν οι δότες αιμοποιητικών κυττάρων και η προσφορά ομφαλίου αίματος στις Δημόσιες Τράπεζες, καθώς πολλά νοσήματα που μέχρι πρότινος είχαν μοιραία κατάληξη για τον ασθενή, όπως η λευχαιμία, μπορούν σήμερα να αντιμετωπισθούν επιτυχώς με την αντικατάσταση του μυελού των οστών του πάσχοντα με αιμοποιητικά κύτταρα, που λαμβάνονται από το μυελό ή το αίμα ενός άλλου ανθρώπου, συμβατού αδελφού ή εθελοντή δότη ή από συμβατό ομφαλικό μόσχευμα από Δημόσια Τράπεζα. 

Η πιθανότητα εύρεσης συμβατού με τον ασθενή αδελφού είναι μόνο 30%, γεγονός που κάνει φανερή την ανάγκη ύπαρξης μιας μεγάλης Δεξαμενής Εθελοντών Δοτών και μίας μεγάλης Δημόσιας Τράπεζας Ομφαλοπλακουντιακού Αίματος (ΟΠΑ), ώστε όλοι οι ασθενείς που χρειάζονται αλλογενή μεταμόσχευση να μπορούν να έχουν αυτή την ευκαιρία.

Στην Ελλάδα πραγματοποιούνται, σε ετήσια βάση, πάνω από 80 αλλογενείς μεταμοσχεύσεις από μη συγγενείς συμβατούς δότες. Δυστυχώς όμως, η Ελληνική Δεξαμενή έχει περιορισμένο αναλογικά αριθμό δοτών με αποτέλεσμα όλα σχεδόν τα μοσχεύματα για τους ασθενείς να προέρχονται από το εξωτερικό. Να σημειώσουμε ότι ύπαρξη μιας επαρκούς εθνικής Δεξαμενής, ανάλογης με τη σύνθεση του πληθυσμού της χώρας, αυξάνει την πιθανότητα ανεύρεσης πλήρως συμβατών δοτών και μπορεί να προσφέρει σημαντικό οικονομικό όφελος. 

Πολύτιμη πηγή αιμοποιητικών κυττάρων για αλλογενή μεταμόσχευση αποτελεί και το ομφάλιο αίμα. Από το 1993, οπότε αποδείχθηκε επιστημονικά η δυνατότητα χρήσης μη συγγενικού ομφάλιου αίματος για μεταμόσχευση, έχουν ιδρυθεί 50 δημόσιες τράπεζες παγκοσμίως σε 34 χώρες, που διαθέτουν περισσότερες από 600.000 μονάδες ομφάλιου αίματος. Διεθνώς έχουν πραγματοποιηθεί πάνω από 30.000 αλλογενείς μεταμοσχεύσεις με ομφάλια αίματα από Δημόσιες Τράπεζες. 

Παράλληλα άνθισε και η εμπορική εκμετάλλευση του ομφάλιου αίματος με τη δημιουργία 150 περίπου ιδιωτικών τραπεζών φύλαξης για προσωπική ή οικογενειακή χρήση. Μέχρι το 2009, πάνω από 1.000.000 ομφάλια αίματα είχαν αποθηκευθεί σε ιδιωτικές τράπεζες, ενώ όπως προκύπτει από ανεπίσημα στοιχεία που προέρχονται απο τις ΗΠΑ ελάχιστα από αυτά (λιγότερα από 100) έχουν χρησιμοποιηθεί.

Σήμερα, βασικό επιχείρημα υπέρ της φύλαξης των κυττάρων του ομφάλιου λώρου και του πλακούντα, σε ιδιωτικές τράπεζες, αποτελεί η διαφημιζόμενη μελλοντική αυτόλογη χρήση τους στο πλαίσιο θεραπειών της λεγόμενης αναγεννητικής ιατρικής. Έτσι, μεγάλος θόρυβος γίνεται για τη χρήση των κυττάρων αυτών για τη θεραπεία ποικίλων νόσων όπως η άνοια, ο σακχαρώδης διαβήτης, οι καρδιοπάθειες κ.λπ. 

Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία τεκμηριωμένη επιστημονικά απόδειξη ότι τα αιμοποιητικά κύτταρα του ομφάλιου αίματος μπορούν να διαφοροποιηθούν σε άλλους ιστούς. Επίσης, τα νοσήματα φθοράς όπως τα παραπάνω εμφανίζονται σε ηλικία 40, 50, 60 ετών και σύμφωνα με την τρέχουσα γνώση, τα μοσχεύματα αυτά δεν είναι λειτουργικά πέραν των είκοσι ετών. 

Σήμερα η έρευνα έχει στραφεί στη γενετική τροποποίηση σωματικών κυττάρων ενήλικα για την παραγωγή όλων των ιστών, που αν έχει ευνοϊκά αποτελέσματα θα ακυρώσει το λόγο φύλαξης ομφάλιων μονάδων για την Αναγεννητική Ιατρική. 

Η ιδιωτική φύλαξη του ομφάλιου αίματος δε συστήνεται από καμιά επιστημονική εταιρεία και κανένα διεθνή οργανισμό, αντίθετα οι αρμόδιες επιστημονικές εταιρείες, όπως η Αμερικανική Εταιρεία Μεταμόσχευσης Αιμοποιητικών Κυττάρων, η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής, το Αμερικανικό Κολλέγιο Μαιευτήρων και Γυναικολόγων, η Ελληνική Αιματολογική Εταιρεία και οργανισμοί, όπως η Παγκόσμια Ένωση Δοτών Μυελού Οστών, η Επιτροπή Ηθικής για την Επιστήμη και τις Νέες Τεχνολογίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υποστηρίζουν τη δωρεά του ομφάλιου αίματος σε Δημόσιες Τράπεζες για αλλογενή χρήση. 

Υγεία

Έρευνα - γαλακτοκομικά: Δεν αυξάνουν αλλά μειώνουν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο

γαλακτοκομικά

Χαράς ευαγγέλια για όσους θέλουν να τρώνε πολλά γαλακτοκομικά ακόμη και με πλήρη λιπαρά. Οι άνθρωποι που κάνουν διατροφή πλούσια σε λιπαρά γαλακτοκομικών προϊόντων, έχουν μειωμένο και όχι αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου, σε σχέση με όσους καταναλώνουν λίγα λίπη από τέτοιες τροφές, σύμφωνα με μια νέα διεθνή επιστημονική μελέτη. Η «αιρετική» έρευνα έρχεται να προστεθεί σε άλλες πρόσφατες που δεν έχουν βρει συσχέτιση ανάμεσα στην κατανάλωση γαλακτοκομικών και στον καρδιαγγειακό κίνδυνο, παρόλο που η κυρίαρχη άποψη είναι ότι όλα τα λίπη «ενοχοποιούνται» λίγο-πολύ.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον δρ Μάτι Μάρκλουντ της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Τζονς Χόπκινς της Βαλτιμόρης και του αυστραλιανού Ινστιτούτου Παγκόσμιας Υγείας George, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό «PLoS Medicine», εκτιμούν ότι πρέπει πλέον να γίνεται διάκριση ανάμεσα στην προέλευση των λιπαρών, καθώς το είδος τους είναι σημαντικότερο από την ποσότητα. Με βάση αυτό το σκεπτικό, μπορεί κάποιος να τρώει γαλακτοκομικά με πλήρη λιπαρά χωρίς...ενοχές.

Η νέα μελέτη βρήκε ότι, άσχετα με την ηλικία, τον τρόπο ζωής και τις διατροφικές συνήθειες, οι άνθρωποι που είχαν στο αίμα τους τα υψηλότερα επίπεδα λιπαρών οξέων προερχόμενων από γαλακτοκομικά, είχαν την μικρότερη πιθανότητα να εμφανίσουν καρδιαγγειακή νόσο. Επίσης, η αυξημένη κατανάλωση λιπών από γαλακτοκομικά δεν συνδεόταν με αυξημένο κίνδυνο θανάτου.

Η κατανάλωση γαλακτοκομικών βρίσκεται σε ανοδική φάση διεθνώς, από το γάλα και τα παγωτά έως τα τυριά και τα γιαούρτια. Συχνά οι συμβουλές των γιατρών είναι να προτιμώνται τα γαλακτοκομικά με χαμηλά λιπαρά (0% ή 2%), όμως σταδιακά διαγράφεται μια τάση να δίνεται έμφαση πλέον στο ότι ακόμη και τα γαλακτοκομικά με πλήρη λιπαρά μπορούν να αποτελέσουν τμήμα μιας υγιεινής διατροφής, σύμφωνα με τον Μάρκλουντ. Όπως είπε, πιο σωστό είναι να επιλέγει κανείς τι τρώει, προτιμώντας π.χ. το γιαούρτι (ιδίως χωρίς έξτρα γεύσεις) και αποφεύγοντας το βούτυρο και τα γαλακτοκομικά με πρόσθετη ζάχαρη ή αλάτι.

Η νέα έρευνα ανέλυσε στοιχεία για 4.150 άτομα με μέση ηλικία 60 ετών στη Σουηδία (χώρα με παραδοσιακά υψηλά επίπεδα κατανάλωσης γαλακτοκομικών), αναλύοντας τη σχέση της διατροφής με τον κίνδυνο εμφραγμάτων, εγκεφαλικών κ.α. σε βάθος 16 ετών. Στη συνέχεια συνδύασε αυτά τα σουηδικά ευρήματα με εκείνα 17 άλλων μελετών από άλλες χώρες (μετα-ανάλυση). Η τελική «ετυμηγορία» ήταν ότι οι άνθρωποι με τα υψηλότερα επίπεδα λιπαρών οξέων από γαλακτοκομικά στο σώμα τους, είχαν κατά μέσο όρο 25% μικρότερο καρδιαγγειακό κίνδυνο, σε σχέση με όσους είχαν τα χαμηλότερα επίπεδα. Σε άλλες χώρες παρατηρήθηκε μια ανάλογη σχέση, π.χ. στις ΗΠΑ ο καρδιαγγειακός κίνδυνος ήταν 12% μικρότερος.

«Είναι σημαντικό να θυμάται κανείς ότι μολονότι τα γαλακτοκομικά μπορεί να είναι πλούσια σε κορεσμένα λιπαρά, μπορεί επίσης να είναι πλούσια σε πολλές άλλες θρεπτικές ουσίες και έτσι μπορούν να αποτελούν μέρος μια υγιεινής διατροφής. Αυξάνονται οι ενδείξεις πως η επίπτωση των γαλακτοκομικών στην υγεία μπορεί να εξαρτάται περισσότερο από τον τύπο - π.χ. γάλα, τυρί, γιαούρτι, βούτυρο κ.α. - παρά από το περιεχόμενο τους σε λιπαρά. Όταν επιλέγουμε γαλακτοκομικά για να αγοράσουμε, είναι λιγότερο σημαντικό το αν θα πάρουμε εκείνα με τα χαμηλά λιπαρά», ανέφερε η ερευνήτρια δρ Kathy Trieu.

Μια μεγάλη «αιρετική» έρευνα του 2018 σε 21 χώρες είχε επίσης καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η κατανάλωση γαλακτοκομικών μπορεί να μειώσει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Μελέτη για τη μείωση καισαρικών τομών και την ενίσχυση του κολπικού τοκετού

Μνήμη: "Θαυματουργές" οι μικρές παύσεις όταν μαθαίνουμε κάτι καινούριο

Αλκοολισμός: Ο απρόσμενος παράγοντας που μειώνει τον κίνδυνο

ESPA BANNER