Ειδήσεις

Οικονομία

Ο ΣΕΒ ζητά άμεση διευθέτηση των "κόκκινων" δανείων

Άμεση νομοθετική επίλυση του ζητήματος της διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων εντός των επόμενων 2-3 μηνών ζήτησε ο πρόεδρος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ) Θεόδωρος Φέσσας, από τον υπουργό Οικονομικών, Γκίκα Χαρδούβελη, θέτοντας μεταξύ άλλων και ζήτημα νόθευσης του ανταγωνισμού έναντι των επιχειρήσεων που καλύπτουν τις υποχρεώσεις τους. 

«Οι υγιείς επιχειρήσεις βρίσκονται σε μειονεκτική θέση απέναντι σε εκείνες που μέχρι σήμερα οι τράπεζες τις στηρίζουν για να μην καταρρεύσουν» τόνισε ο πρόεδρος του ΣΕΒ και πρόσθεσε: «Γι’ αυτές τις υγιείς επιχειρήσεις αποτελεί σημαντικό θέμα να μην βρεθούν χαμένες μέσα από τη διαδικασία εξυγίανσης των υπολοίπων. Πρέπει να προστατευτούμε από τη νόθευση του ανταγωνισμού που μπορεί να προκληθεί από παρόμοιες ρυθμίσεις, σε όσους κατάφεραν να επιζήσουν μέχρι σήμερα ανταποκρινόμενοι στις υποχρεώσεις τους». 

Ο κ. Χαρδούβελης συμμετείχε σήμερα στη συνεδρίαση του Γενικού Συμβουλίου του Συνδέσμου, στην οποία συζητήθηκαν τα αιτήματα του ΣΕΒ αλλά και γενικότερα οικονομικά θέματα. 

Ο κ. Φέσσας τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι όσο καθυστερούν οι μεταρρυθμίσεις πολλαπλασιάζονται οι πιθανότητες «να βυθιστούμε σε μια αργή, τριτοκοσμική οικονομική και κοινωνική απομόνωση που θα την πληρώνουμε όλο και πιο ακριβά».

Αναφερόμενος στη δημοσιονομική σταθερότητα, τόνισε ότι αυτή μπορεί να συνυπάρχει με αλλαγές «που και τις επιχειρήσεις θα βοηθήσουν να ανακάμψουν και πλούτο θα φέρουν, και θα εμπεδώσουν την αισιοδοξία σε κάθε εργαζόμενο και -κυρίως σε κάθε άνεργο- ότι μπορούμε να ελπίζουμε, στην πράξη, όχι στη θεωρία».

Στα αιτήματα του ΣΕΒ περιλαμβάνεται η καθιέρωση ανεξάρτητου φορέα ερμηνείας της φορολογικής νομοθεσίας, η διατήρηση του φορολογικού πιστοποιητικού και η επανασύσταση της διαρκούς επιτροπής συνεργασίας του υπουργείου με τους φορείς της αγοράς.

Επίσης, η θωράκιση και η ενίσχυση της ανεξαρτησίας του θεσμού του Γενικού Γραμματέα Εσόδων, η υιοθέτηση στον τομέα του δημόσιου λογιστικού των διεθνών προτύπων IPSAs και η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης της ενέργειας.

Στο χαμηλό ποσοστό προεξόφλησης για τα ελληνικά ομόλογα στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που φθάνει μόλις το 57%, όταν για την Πορτογαλία, την Ισπανία, την Ιταλία κ.λπ. κυμαίνεται μεταξύ 85-95%, αναφέρθηκε από την πλευρά του ο εκτελεστικός αντιπρόεδρος του ΣΕΒ, Χάρης Κυριαζής, καλώντας την κυβέρνηση να επανεξετάσει το θέμα σε συνεννόηση με τους εταίρους μας.

«Δεν υπάρχει λογική το ποσοστό αυτό να παραμένει τόσο χαμηλά αφαιρώντας σημαντική ρευστότητα από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα» σημείωσε χαρακτηριστικά.

Πηγή: ΑΜΠΕ

Οικονομία

Ολλανδία – Σκληρός ανταγωνισμός για τη φέτα και το ελληνικό γιαούρτι

φέτα

Το εμπορικό ισοζύγιο γαλακτοκομικών προϊόντων Ελλάδας- Ολλανδίας είναι ιδιαιτέρως αρνητικό για τη χώρα μας, ωστόσο όμως η Ολλανδία είναι ένας αρκετά σημαντικός πελάτης για τις ελληνικές εξαγωγές φέτας, ενώ οι επανεξαγωγές φέτας από την Ολλανδία είναι περίπου πέντε φορές υψηλότερές από τις εισαγωγές της.

Αυτό σημειώνεται σε έρευνα του γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της πρεσβείας μας στη Χάγη με τίτλο «Η αγορά των γαλακτοκομικών προϊόντων στην Ολλανδία».

Όπως προκύπτει από την έκθεση, το εμπορικό ισοζύγιο γαλακτοκομικών προϊόντων Ελλάδας- Ολλανδίας είναι ιδιαιτέρως αρνητικό για την χώρα μας, σε αντίθεση από ό,τι συμβαίνει λ.χ. με το εμπορικό μας ισοζύγιο γαλακτοκομικών προϊόντων με τη Γερμανία: το τελευταίο είναι μεν αρνητικό για τη χώρα μας αλλά με μικρή απόκλιση, καθώς οι εξαγωγές και εισαγωγές τυροκομικών προϊόντων μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας είναι μάλλον σε ισορροπία.

Για την Ολλανδία, όμως, τα σημαντικότερα εισαγόμενα ελληνικά γαλακτοκομικά προϊόντα είναι η φέτα και το γιαούρτι. Σημειώνεται ότι η Ολλανδία είναι ένας αρκετά σημαντικός πελάτης για τις ελληνικές εξαγωγές φέτας, ενώ οι επανεξαγωγές φέτας από την Ολλανδία είναι περίπου πέντε φορές υψηλότερές από τις εισαγωγές της. Οι επανεξαγωγές φέτας της Ολλανδίας κατευθύνονται σχεδόν στο σύνολό τους προς τη Γερμανία.

Άλλα εισαγόμενα είδη τυριού από την Ελλάδα στην Ολλανδία, εκτός της φέτας, είναι το κεφαλοτύρι, η γκούντα, η κεφαλογραβιέρα και το κασέρι.

Συμφώνα με τη βάση δεδομένων «TradeMap», η Ολλανδία ήταν η 10η σημαντικότερη χώρα για την εξαγωγή τυριών από την Ελλάδα το 2020.

Οι ολλανδικές εισαγωγές τυριών από την Ελλάδα ανήλθαν σε 12 εκατ. ευρώ το 2020, γεγονός που σημαίνει αύξηση κατά 27,5% σε σύγκριση με το 2019. Από τη βάση δεδομένων TradeMap φαίνεται ότι το ελληνικό μερίδιο των ολλανδικών εισαγωγών τυριών και στάρπης (σ.σ. τυρόπηγμα) ήταν περίπου 0,98% το 2020.

Ποσοστό περίπου 75%-80% των εισαγωγών τυριών από την Ελλάδα είναι φέτα. Συγκριμένα, το 2020 εισήχθησαν 2.121,9 τόνοι τυριού από την Ελλάδα, εκ των οποίων οι 1.586,8 τόνοι ήταν φέτα. Η Ολλανδία επίσης εισάγει μεγάλες ποσότητες φέτας από γειτονικές χώρες όπως η Γερμανία, το Βέλγιο και η Δανία.

Ένα αρκετά αξιοσημείωτο συμπέρασμα, όπως υπογραμμίζεται, είναι ότι η επανεισαγόμενη από άλλες χώρες φέτα στην Ολλανδία είναι φθηνότερη από τη φέτα που εισάγεται απευθείας από την Ελλάδα. Αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει τη μείωση του μεριδίου φέτας που εισάγεται απευθείας από την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Λόγω πιθανών πλεονεκτημάτων οικονομίας κλίμακας, η φέτα εισάγεται επίσης σε μεγάλες ποσότητες μέσω της Γερμανίας.

Σε ό,τι αφορά στις εισαγωγές της Ελλάδας από Ολλανδία, η Ολλανδία είναι ο δεύτερος προμηθευτής γαλακτοκομικών προϊόντων για την Ελλάδα.

Τα σημαντικότερα τυριά που εισάγουμε από τη συγκεκριμένη χώρα περιλαμβάνουν τα Gouda και Edam.

Προοπτικές

Παρά την ευρεία διαθεσιμότητα της ελληνικής φέτας στην Ολλανδία, τα ελληνικά τυριά έχουν ακόμα πολύ έδαφος για να κερδίσουν.

Δεδομένης της εικόνας της ελληνικής φέτας ως ενός υγιεινού προϊόντος σε συνδυασμό με την τάση προς πιο υγιεινή διατροφή στην Ολλανδία, η ζήτηση φέτας θα μπορέσει να αυξηθεί περαιτέρω μέσα στα επόμενα χρόνια.

Επιπλέον, σύμφωνα με την Ολλανδική Στατιστική Υπηρεσία, η Ολλανδία πραγματοποιεί όλο και περισσότερες εισαγωγές από την Ελλάδα. Μάλιστα στην κατηγορία “τρόφιμα”, η αξία των εισαγωγών από την Ελλάδα είναι σχεδόν διπλάσια σε σύγκριση με πριν από δεκαπέντε έτη. Το 2020, τα ελληνικά προϊόντα στον τομέα τροφίμων σημείωσαν ρεκόρ εξαγωγών προς την Ολλανδία φθάνοντας σχεδόν στα 160 εκατ., εκ των οποίων τα γαλακτοκομικά προϊόντα ήσαν αξίας 17 εκατ. ευρώ. Πιο συγκριμένα, οι εισαγωγές γαλακτοκομικών προϊόντων από την Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 183% από το 2012 έως το 2020.

Ένα βασικό πρόβλημα εν γένει για τους Έλληνες παραγωγούς/εξαγωγείς είναι η δυσκολία τους να ανταποκριθούν στα μεγάλα μεγέθη της πολύ ανταγωνιστικής ολλανδικής αγοράς. Είναι συνεπώς αναγκαίο οι Έλληνες παραγωγοί/εξαγωγείς γαλακτοκομικών προϊόντων να έχουν υπόψη ότι ιδιαίτερα τα ολλανδικά σούπερ μάρκετ απαιτούν μεγάλες ποσότητες ενός προϊόντος και συνέπεια στους χρόνους παράδοσης. Λόγω των προαναφερθέντων, είναι σημαντικό για τους Έλληνες παραγωγούς/επιχειρηματίες του κλάδου να δημιουργήσουν μια κατάλληλη στρατηγική για την είσοδο στη χώρα.

Λόγω της υψηλής ποιότητας των ελληνικών γαλακτοκομικών προϊόντων και, παράλληλα, του βαθμού στον οποίο είναι προσιτά λόγω τιμής, τα ελληνικά προϊόντα θα μπορέσουν να αποκτήσουν έναν πιο σημαντικό ρόλο στην αγορά «delicatessen» και «premium products» (λ.χ. εξειδικευμένα καταστήματα τυριών). Επίσης, τα βιολογικά τυριά θα μπορέσουν να βρουν χώρο σε καταστήματα βιολογικών προϊόντων . Οι πελάτες βιολογικών καταστημάτων γενικά έχουν μεγαλύτερη προθυμία να πληρώσουν για την ποιότητα ενός προϊόντος. Σημειώνεται πάντως ότι, επί του παρόντος, το μερίδιο αγοράς των βιολογικών προϊόντων στην Ολλανδία δεν έχει φτάσει στο ύψος του μεριδίου γειτονικών χωρών όπως η Γερμανία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Φορολοταρία: Έρχονται σαρωτικές αλλαγές – «Στο παιχνίδι» και οι χάρτινες αποδείξεις

Νέο Εξοικονομώ: Τα νέα κριτήρια επιδότησης και η έμφαση στα φτωχά νοικοκυριά

20 εκατ. ευρώ σε εφημερίδες, περιοδικά, ραδιόφωνα και κανάλια για τις επιπτώσεις της πανδημίας